Αιολικά και φωτοβολταϊκά σε λιγνιτωρυχεία;

0
838

Οι μεγάλες εταιρείες εξόρυξης άνθρακα εμφανίζονται απροετοίμαστες μπροστά σε μια ενδεχόμενη μετάβαση σε μια οικονομία χαμηλών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.

Έκθεση του CDP (Carbon Disclosure Project), την οποία επικαλείται η εξειδικευμένη στις ΑΠΕ εταιρεία συμβούλων Thomas Hillig Energy Consulting (THEnergy) αναφέρει τα εξής σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνουν οι εταιρείες εξόρυξης:

εννέα από τις έντεκα μεγαλύτερες εταιρείες εξόρυξης αντιτάσσονται στα νέα μέτρα που θα ληφθούν για την αντιμετώπιση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Μόλις δύο φαίνεται να υποστηρίζουν ένθερμα τις ρυθμίσεις για το Κλίμα, που προωθούνται στη διάσκεψη του ΟΗΕ.

– Οι περισσότερες αντιμετωπίζουν τα πιθανά μέτρα περιορισμού του άνθρακα ως «κύρια απειλή».

– Ελάχιστες εξετάζουν το ενδεχόμενο της επιβράδυνσης της εξορυκτικής τους δραστηριότητας ή ακόμη και την εκποίηση του παγίου εξοπλισμού που σχετίζεται με αυτές.

Ωστόσο, όπως σημειώνει το THEnergy, σχεδόν οι περισσότερες επιχειρήσεις του κλάδου έχουν πλέον συνειδητοποιήσει ότι πρέπει να επικεντρωθούν σε βραχυπρόθεσμες δράσεις που σχετίζονται με τη λειτουργία των ορυχείων τους. Για το λόγο αυτό προετοιμάζουν action plans (σχέδια δράσης) για να αντιμετωπίσουν τα μέτρα για τη μείωση του CO2, που θα υιοθετηθούν στη Διάσκεψη για το κλίμα.

Ήδη, μεγάλοι «παίκτες» του κλάδου εξόρυξης ετοιμάζουν μια νέα στρατηγική, που περιλαμβάνει την εγκατάσταση έργων ΑΠΕ (αιολικά, φωτοβολταϊκά) στα ορυχεία τους. Εταιρείες όπως οι Rio Tinto, Glencore, BHP Billiton και Goldfields έχουν ήδη ολοκληρώσει πιλοτικά έργα «καθαρής» ηλεκτροπαραγωγής.

Η ενέργεια που χρειάζεται ένα ορυχείο αντιστοιχεί περίπου στο 20-30% του κόστους λειτουργίας του. Οι αποφάσεις για τη μείωση του άνθρακα, που θα ληφθούν στο Παρίσι, ενδεχομένως να έχουν ισχυρή επιρροή στα κόστη των ορυχείων, αναφέρει το THEnergy. Οι επιχειρήσεις που θα καταφέρουν να προσαρμοστούν νωρίς στις προκλήσεις που θα φέρει μια νέα οικονομία χαμηλών εκπομπών θα έχει μελλοντικά σημαντικά πλεονεκτήματα έναντι των ανταγωνιστών της.

Σε πολλές περιπτώσεις οι ΑΠΕ είναι φθηνότερες απ’ ότι η παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος από συμβατικές πηγές ενέργειας –ακόμη και σήμερα χωρίς κάποια δράση κατά του άνθρακα- ειδικά για τα απομακρυσμένα ορυχεία που δεν είναι συνδεδεμένα με το δίκτυο και τροφοδοτούνται με ακριβά καύσιμα (π.χ. ντίζελ).

Όπως εξηγεί ο Δρ Τόμας Χίλλινγκ, Διευθύνων Σύμβουλος του THEnergy, «οι εξορυκτικές εταιρείες βρίσκονται στη διαδικασία κατανόησης του τρόπου με τον οποίο οι ΑΠΕ μπορούν να βελτιώσουν σημαντικά την ανταγωνιστικότητά τους. Πολλοί από αυτές πασχίζουν, ωστόσο, να λάβουν γρήγορα τις σωστές αποφάσεις, δεδομένου ότι αντιμετωπίζουν σοβαρές προκλήσεις εξαιτίας της πτώση της τιμής των εμπορευμάτων».

Και συμπληρώνει, «βρισκόμαστε σε μια φυσιολογική διαδικασία μάθησης, καθώς πολλές επιχειρήσεις εξόρυξης κατανοούν ότι η ηλεκτρική ενέργεια από φωτοβολταϊκά και αιολικά είναι πλέον αρκετά φθηνή. Εάν τα μέτρα μείωσης των εκπομπών άνθρακα υιοθετηθούν από τη Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών, στο εγγύς μέλλον θα δούμε πολλά φωτοβολταϊκά και αιολικά σε ορυχεία».

Οι επιβαρύνσεις στον άνθρακα -όπως είναι τα δικαιώματα ρύπων που ζητάει τσάμπα η ΔΕΗ- θα μπορούσαν να επιταχύνουν τη διάδοση των τεχνολογιών αποθήκευσης ενέργειας και να αυξήσουν τη διείσδυση αιολικών και φωτοβολταϊκών στα ορυχεία.

econews

Σχόλια