Οι ΑΠΕ σκοτώνουν τα ορυκτά καύσιμα με όπλο τον «παράγοντα δυναμικότητας»

0
594

Τη δυναμική των φωτοβολταϊκών και των αιολικών απέναντι στα ορυκτά καύσιμα, τον άνθρακα και το φυσικό αέριο, στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής αναδεικνύει μια νέα έκθεση του Bloomberg New Energy Finance (BNEF).

Το BNEF δημοσίευσε την αναθεωρημένη έκθεση για το Σταθμισμένο Κόστος Παραγωγής Ηλεκτρικής Ενέργειας (LCOE) από διάφορες τεχνολογίες κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2015 και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η χερσαία αιολική ενέργεια είναι απόλυτα ανταγωνιστική απέναντι στον άνθρακα και το φυσικό αέριο σε ορισμένες περιοχές του κόσμου, ενώ στις υπόλοιπες η ψαλίδα κλείνει, όπως και με τα φωτοβολταϊκά.

«Αιολικά και φωτοβολταϊκά εξακολουθούν να γίνονται φθηνότερα το 2015 χάρη στη μείωση του κόστους του εξοπλισμού, αλλά και στα χαμηλότερα κόστη χρηματοδότησης των επενδύσεων», αναφέρει ο Σεμπ Χένμπεστ, επικεφαλής του τομέα Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Αφρικής του Bloomberg New Energy Finance».

«Την ίδια στιγμή ο άνθρακας και φυσικό αέριο έχουν ακριβύνει λόγω των χαμηλότερων ποσοστών χρήσης του βιομηχανικού εξοπλισμού, αλλά και των παραδοχών για αυξανόμενη τιμή του άνθρακα στο μέλλον» (πχ λόγω των Δικαιωμάτων Ρύπων που «ζητιανεύει» δωρεάν η ΔΕΗ από την ΕΕ για να καταστεί βιώσιμη η Πτολεμαΐδα 5).

Αναλυτικότερα, το BNEF δείχνει ότι παγκοσμίως, το μέσο σταθμισμένο κόστος ηλεκτροπαραγωγής (LCOE) για την χερσαία αιολική ενέργεια έπεσε από τα 85 δολάρια ανά Μεγαβατώρα στο πρώτο τρίμηνο, στα 83 δολάρια, ενώ στα φωτοβολταϊκά από τα 129 δολάρια στα 122 δολάρια.

Από την άλλη πλευρά, η ηλεκτροπαραγωγή από άνθρακα αυξήθηκε από τα 66 δολάρια ανά Μεγαβατώρα στα 75 δολάρια στην Αμερική, από τα $68 στα $73 σε Ασία-Ειρηνικό και από τα $82 εκτοξεύτηκε στα $105 στην Ευρώπη. Στις γεννήτριες φυσικού αερίου συνδυασμένου κύκλου το κόστος διαμορφώθηκε από $76 σε $82 στην Αμερική, από 85 δολάρια σε $93 σε Ασία-Ειρηνικό και από $103 σε $118 στην περιοχή EMEA (Ευρώπη, Μέση Ανατολή και Αφρική).

«Τα κόστη ηλεκτροπαραγωγής παρουσιάζουν μεγάλες διακυμάνσεις ανά περιοχή και ενσωματώνουν γεγονότα όπως η τεράστια ανάπτυξη του σχιστολιθικού αερίου στις ΗΠΑ, τα μεταβαλλόμενα ποσοστά χρήσης του εξοπλισμού σε περιοχές υψηλής διείσδυσης των ΑΠΕ, τις ελλείψεις στην τοπική παραγωγή φυσικού αερίου στην Ανατολική Ασία, τις τιμές του άνθρακα στην Ευρώπη, τα διαφορετικά ρυθμιστικά πλαίσια της πυρηνικής ενέργειας ανά τον κόσμο και την παραγωγή φωτοβολταϊκού εξοπλισμού» αναφέρει ο Λουκ Μιλς, αναλυτής ενεργειακής οικονομίας του Bloomberg New Energy Finance.

“Παρόλα αυτά, χερσαία αιολική ενέργεια και φωτοβολταϊκά είναι πολύ ανταγωνιστικότερες τεχνολογίες έναντι των συμβατικών σε σύγκριση με αυτό που συνέβαινε πριν από δέκα χρόνια».

—Ο κύκλος της δυναμικότητας

Μάλιστα, οι ΑΠΕ θεωρείται ότι προκαλούν έναν αυτοτροφοδοτούμενο κύκλο. Όσο περισσότερη καθαρή ισχύς εγκαθίσταται τόσο λιγότερο χρησιμοποιούνται οι μονάδες άνθρακα και φυσικού αερίου με συνέπεια το κόστους τους να ανεβαίνει. Όσο αυτό συμβαίνει τόσο περισσότερες ΑΠΕ έχει οικονομικό νόημα να εγκαθίστανται.

Με άλλα λόγια οι ΑΠΕ μειώνουν τον παράγοντα δυναμικότητας (capacity factor). Παράγοντας δυναμικότητας είναι ο λόγος της πραγματικής ηλεκτρικής ενέργειας που παρήγαγε μια μονάδα σε ένα ορισμένο χρονικό διάστημα έναντι της δυνητικής ηλεκτρικής ενέργειας που θα μπορούσε να έχει παράξει εάν λειτουργούσε στο μέγιστο δυνατό βαθμό.

Έτσι, ένα φωτοβολταϊκό το οποίο μπορεί να παράγει 100 Μεγαβατώρες ηλεκτρικής ενέργειας κατά τη διάρκεια της πιο ηλιόλουστης ημέρας, μπορεί να παράξει κατά μέσο όρο περίπου το 20% εν συγκρίσει με όση ενέργεια θα παρήγαγε σε ένα και πλέον χρόνο. Αυτό μας δίνει δυναμικότητα της τάξης του 20%.

Ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα των μονάδων ηλεκτροπαραγωγής με ορυκτά καύσιμα είναι ότι μπορούν να λειτουργήσουν με πολύ υψηλή και προβλέψιμη δυναμικότητα. Κατά μέσο όρο ένα εργοστάσιο φυσικού αερίου στις ΗΠΑ θα μπορούσε να παράξει το 70% των δυνατοτήτων του (υπολείπεται του 100%, λόγω της εποχικής ζήτησης και της συντήρησης).

Για πρώτη φορά, η ευρεία διείσδυση των ΑΠΕ λειτουργεί αποτελεσματικά στη μείωση της ισχύος/δυναμικότητας των ορυκτών καυσίμων. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το μεταβλητό κόστος για την παραγωγή ενέργειας από ένα αιολικό ή φωτοβολταϊκό είναι σχεδόν μηδενικό, ενώ οι μονάδες άνθρακα ή αερίου απαιτούν περισσότερα καύσιμα για κάθε νέο Watt που παράγουν.

econews

 

Σχόλια