ΑΠΕ: τεράστιες δυνατότητες στην Ελλάδα: Οι προϋποθέσεις και τα εμπόδια

0
706

 

Αναλυτικότερα:

-To ίδρυμα Χάινριχ Μπελ διατηρεί από το 2012 γραφείο στη Θεσσαλονίκη. Ποιοι είναι οι στόχοι του, ποιες είναι οι εμπειρίες σας μέχρι τώρα;

Το ίδρυμα Χάινριχ Μπελ δραστηριοποιείται στην Ελλάδα με σκοπό να υποστηρίξει εκείνες τις δυνάμεις οι οποίες εργάζονται υπέρ των δημοκρατικών, κοινωνικο-οικολογικών μεταρρυθμίσεων, οι οποίες ανοίγουν βιώσιμες αναπτυξιακές προοπτικές και εδραιώνουν της συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Από το γραφείο μας της Θεσσαλονίκης, μιας πόλης η οποία μας υποδέχθηκε θερμά, εκπονούμε προγράμματα σε όλη τη χώρα μαζί με τους εταίρους μας από την κοινωνία των πολιτών, τις κοινότητες και τα πανεπιστήμια, κυρίως στους τομείς της δημοκρατικής και αντιρατσιστικής εκπαίδευσης, της βιώσιμης, πράσινης ανάπτυξης των πόλεων, της κοινωνικής οικονομίας και των κοινωνικών συνεταιρισμών.

Πληροφορίες για τα προγράμματά και τις δραστηριότητές μας δημοσιεύουμε στην ιστοσελίδα μας www.gr.boell.org. Οι εμπειρίες μας από τις συνεργασίες και τον αντίκτυπο των δράσεων μας είναι συνολικά θετική, χωρίς να θέλω να αποσιωπήσω τις δυσκολίες τις οποίες συναντάμε λόγω των αβέβαιων συνθηκών και της γραφειοκρατίας.

-Πιστεύετε ότι τα περιβαλλοντολογικά θέματα είναι ελκυστικά στην Ελλάδα και ποιες σχετικές πρωτοβουλίες αναλαμβάνετε;

Ο σεβασμός του περιβάλλοντος και η προστασία του είναι σημαντικός παντού, όχι μόνο στην Ελλάδα. Δεν είναι μόνο θέμα επιβίωσης για τους ανθρώπους, αλλά και ζήτημα δικαιοσύνης μεταξύ των γενεών. Το πράσινο κίνημα όχι μόνο στην Ευρώπη, αλλά παγκοσμίως, τάσσεται υπέρ ενός εναλλακτικού αναπτυξιακού μοντέλου, το οποίο δεν βλέπει την προστασία του περιβάλλοντος και ιδίως την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής ως τροχοπέδη, αλλά ως ατμομηχανή μιας «πράσινης ανάπτυξης», η οποία δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας σε τομείς που έχουν μέλλον. Παράλληλα προσφέρει τη δυνατότητα στους ανθρώπους να ζήσουν αυτοπροσδιοριζόμενοι σε αρμονία με το περιβάλλον τους.

-Πιστεύετε ότι το λεγόμενο «πράσινο New Deal», το οποίο ευαγγελίζονται οι πράσινοι της Γερμανίας, μπορεί να εφαρμοστεί και στην Ελλάδα;

Κεντρικό σημείο της εναλλακτικής πρότασης, του Green New Deal, αποτελεί η ενεργειακή μετάβαση σε ένα παραγωγικό μοντέλο βασισμένο στη παραγωγή ενέργειας απο ανανεώσιμες πηγές. Αυτή η πρόταση πρέπει να προσαρμοστεί στις ιδιαιτερότητες κάθε χώρας. Η Ελλάδα, για παράδειγμα, έχει ένα τεράστιο δυναμικό και φυσικά πλεονεκτήματα να αξιοποιήσει στα πλαίσια του Green New Deal και να θέσει εκ νέου τις στρατηγικές προτεραιότητες για την ανάπτυξή της.

Ποια είναι αυτά τα πλεονεκτήματα;

Είναι λ.χ. η συνεχής αύξηση της παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, όπως ο ήλιος και ο άνεμος, με στόχο την απεξάρτηση από τον λιγνίτη και την μείωση των εισαγωγών ορυκτών καυσίμων και την στροφή στην εξαγωγή «καθαρής» ηλεκτρικής ενέργειας.

Τι απαιτείται για να γίνει ένα «πράσινο New deal» και στην Ελλάδα;

Χρειάζεται να γίνει μια μεταστροφή της πολιτικής, ώστε να κατευθυνθούν δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις στην αναβάθμιση των δικτύων, να δοθούν κίνητρα για να αναπτυχθεί η εγχώρια παραγωγή σύγχρονης ενεργειακής τεχνολογίας. Προϋπόθεση είναι και η απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας και η υποστήριξη της δημιουργίας βιώσιμων τοπικών ενεργειακών συνεταιρισμών με την συμμετοχή πολιτών που παράγουν αυτόνομα τη δική τους ενέργεια, όπως γίνεται στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες.

-Τι άλλο απαιτείται κατά τη γνώμη σας για να αναπτυχθεί με «πράσινο τρόπο» η Ελλάδα;

Πέρα από αυτή την κρίσιμη μεταστροφή της ενεργειακής πολιτικής πιστεύουμε, ότι η ελληνική οικονομία μπορεί να αναβαθμιστεί αναπτύσσοντας τους τομείς της βιολογικής γεωργίας με σοβαρές δυνατότητες βελτίωσης των εξαγωγών, την ανάπτυξη του κλάδου του αειφόρου τουρισμού ή με την ανάπτυξη της ήδη υπάρχουσας οικονομίας της πληροφορικής που έχει προοπτικές μέλλοντος.

-Ποια εμπόδια υπάρχουν στην πορεία αυτή;

Υπάρχει στη χώρα μεγάλο δυναμικό για την ανάπτυξη αυτών των κλάδων για μια πράσινη ανάπτυξη, αλλά και πολλά εμπόδια που πρέπει να ξεπεραστούν, όπως είναι τα ενεργειακά μονοπώλια, τα προνόμια, οι επιδοτήσεις προς λάθος κατεύθυνση, η διαφθορά και η γραφειοκρατία. Ολα αυτά τα θέματα θέλουμε να τα προβάλουμε και να συμβάλουμε στην έξοδο της χώρας απο τη κρίση και το παλιό μοντέλο ανάπτυξης που ακολουθούσε.

-Πώς αξιολογεί το ίδρυμά σας την παρούσα κατάσταση στην Ελλάδα μετά την συμφωνία με τους διεθνείς δανειστές της;

Για να εξέλθει η χώρα από την κρίση είναι αποφασιστικής σημασίας η ταχεία και συνεπής εφαρμογή των συμπεφωνημένων -προ πολλού αναγκαίων- μεταρρυθμίσεων, οι οποίες θα καταστήσουν βιώσιμα και δίκαια τα κοινωνικά συστήματα, θα απελευθερώσουν τη δημόσια διοίκηση από το πελατειακό σύστημα και τη διαφθορά, θα εγκαθιδρύσουν ένα δίκαιο και αποτελεσματικό φορολογικό σύστημα, θα δημιουργήσουν ένα αξιόπιστο πλαίσιο για την επιχειρηματική δραστηριότητα κλπ.

-Πώς μπορούν να γίνουν αυτά;

Πιστεύω, ότι πρέπει να επιτευχθεί μια εθνική συναίνεση για το κοινωνικό και αναπτυξιακό μοντέλο που θα ακολουθήσει η Ελλάδα για να γίνει μια σύγχρονη ευρωπαϊκή δημοκρατία του 21ου αιώνα. Αλλά και εδώ ισχύει το εξής: πολλοί άνθρωποι, και όχι μόνο οι πολυαναφερόμενοι «ολιγάρχες», επωφελήθηκαν μέχρι τώρα από το πελατειακό σύστημα και τη διαφθορά που αυτό υποθάλπτει, και οι οποίοι εξακολουθούν να ελπίζουν σε προνομιακή μεταχείριση. Αυτή η νοοτροπία και η πρακτική που είναι εγγενής σε όλο το πολιτικό κατεστημένο φάνηκε ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να ξεπεραστεί. Εξού και πιστεύω, ότι η συμφωνία με τους εταίρους για ένα πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, του οποίου η υλοποίηση επιτηρείται και έξωθεν, είναι χρήσιμη, έστω και αν δεν θεωρώ ότι όλα τα μέτρα που συμφωνήθηκαν είναι σωστά. Από τη πλειοψηφία των Ελληνίδων και των Ελλήνων που θέλει να παραμείνει η Ελλάδα στην Ε.Ε. και στο ευρώ υπάρχουν και αρκετοί που θεωρούν την εποπτεία απαραίτητη.

-Θεωρείτε ότι οι ελληνικές εκλογές, τα αποτελέσματά τους θα εμποδίσουν την εφαρμογή του συμφωνηθέντος τρέχοντος προγράμματος για την Ελλάδα;

Κατά την προσωπική μου εκτίμηση απεδείχθη επανειλημμένα τους περασμένους μήνες, ότι οι ελληνικές κυβερνήσεις κατέφυγαν στην ψήφο των εκλογέων, είτε μέσω πρόωρων εκλογών είτε με το πρόσφατο δημοψήφισμα, όταν δεν ήξεραν πλέον ή δεν είχαν το θάρρος και τη βούληση να αναλάβουν το πολιτικό κόστος για τις αποφάσεις τους. Αυτό που «πουλήθηκε» από την παραιτηθείσα κυβέρνηση ως θρίαμβος και γιορτή της δημοκρατίας, στην πραγματικότητα έβλαψε τη χώρα. Είναι ένα χαρακτηριστικό σύμπτωμα της κρίσης του ελληνικού πολιτικού συστήματος και της ανεπάρκειας των κομμάτων, τα οποία λειτουργούν μάλλον ως μηχανισμοί συλλογής ψήφων και αναπαραγωγής πελατειακών σχέσεων, παρά ως σύγχρονοι φορείς προγραμματικών πολιτικών προτάσεων που συμβάλλουν στη διαμόρφωση της δημοκρατικής βούλησης των πολιτών. Χωρίς να μπορώ να προβλέψω το εκλογικό αποτέλεσμα, έχω την πεποίθηση ότι το φιλόδοξο συμφωνηθέν μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα μπορεί να υλοποιηθεί με επιτυχία μόνο αν υπάρξει ένας ευρύς συνασπισμός όλων των μεταρρυθμιστικών δυνάμεων, οι οποίες υπάρχουν σε όλα τα δημοκρατικά κόμματα. Φοβάμαι, όμως, ότι αυτό δεν θα επιτευχθεί ούτε αυτή τη φορά.

-Το θέμα των προσφύγων είναι προ πολλού ένα ακανθώδες θέμα για την Ελλάδα την Ιταλία και εντωμεταξύ για ολόκληρη την Ευρώπη. Τι γνώμη έχετε επ΄αυτού; Πώς μπορεί να επιλυθεί;

Η αντιμετώπιση του μεγάλου μεταναστευτικού και προσφυγικού ρεύματος προς την Ευρώπη είναι ένα δυσεπίλυτο πανευρωπαϊκό πρόβλημα. Οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να μετακινηθούν και να αποχαιρετίσουν τις ξενοφοβικές πολιτικές, ώστε να διευκολύνουν τη νόμιμη μετανάστευση για εργασία, την οποία χρειάζεται ούτως ή άλλως η «γηράσκουσα ήπειρος». Προτάσεις προς αυτήν τη κατεύθυνση έχουν γίνει και από το δικό μας ίδρυμα. Επίσης, πρέπει να γίνει από όλες τις ευρωπαϊκές χώρες σεβαστό το δικαίωμα στο άσυλο και να εγγυηθούν στους αιτούντες άσυλο μια ταχεία και αξιόπιστη διαδικασία παροχής του. Εντούτοις, πρέπει κανείς να παραδεχτεί ότι οι δυνατότητες απορρόφησης όλων των προσφύγων και μεταναστών/τριών που χτυπούν την πόρτα της Ευρώπης δεν είναι απεριόριστες, ιδιαίτερα αν θέλουμε να αποφύγουμε κοινωνικές αναταραχές. Επομένως, η Ευρώπη πρέπει να σκεφθεί και να προβληματισθεί για το πώς θα περιορίσει τις αιτίες της αναγκαστικής μετανάστευσης. Πρόκειται για μια πρόκληση, η οποία απαιτεί αλλαγές στην εξωτερική πολιτική και την εξωτερική οικονομική πολιτική της Ε.Ε. και η οποία θα επιδράσει μακροπρόθεσμα.

-Πώς αξιολογείται την κατάσταση ειδικά στην την Ελλάδα;

Σε ότι αφορά στην Ελλάδα, απεδείχθη, ότι οι αρμόδιοι θεσμοί παρέλειψαν τα περασμένα χρόνια να δημιουργήσουν τις αναγκαίες υποδομές για την υλοποίηση της διαδικασίας ασύλου. Το γεγονός αυτό εκδικείται σήμερα, δεδομένου ότι περί τα δύο τρίτα των ανθρώπων, οι οποίοι θέλουν να έλθουν στην Ευρώπη μέσω της Μεσογείου, αναζητούν την πρόσβαση μέσω της Ελλάδας. Η ελληνικές κυβερνήσεις θεωρουν ότι τόσο πολλοί πρόσφυγες είναι πάνω από τις δυνάμεις της και παραπέμπει στο γεγονός ότι και η ίδια περνάει κρίση. Σε σύγκριση με τις γειτονικές της χώρες στο βορρά, που είναι εκτός της Ε.Ε., εξακολουθεί όμως να είναι μια πλούσια χώρα. Για αυτό δεν μπορεί τόσο απλά να αποφύγει την ευθύνη και την υποχρέωσή της για μια ανθρώπινη μεταχείριση των εδώ εισερχομένων προσφύγων και μεταναστών. Σχετικά με το θέμα αυτό η παραιτηθείσα κυβέρνηση κατέβαλε, πάντως, προσπάθειες και κυρίως ξεπέρασε τον εθνικο-ρατσιστικό τόνο των προηγουμένων κυβερνήσεων. Τέλος, θέλω να υπογραμμίσω ότι κινητοποίηση και συμβολή των οργανώσεων και η εθελοντική συνεισφορά πολλών ανθρώπων της κοινωνίας των πολιτών για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης των προσφύγων, αξίζει του θαυμασμού και αναγνώρισης όλων μας, αλλά και της πολιτείας, η οποία δεν πρέπει να το ξεχνά.

Σημειώνεται ότι τo Ίδρυμα Χάινριχ Μπελ είναι το Πολιτικό Ίδρυμα που πρόσκειται στο κόμμα των Πράσινων της Γερμανίας. Με έδρα το Βερολίνο και με περίπου 30 διεθνή γραφεία, το Ίδρυμα δραστηριοποιείται στους τομείς της οικολογίας, της βιώσιμης ανάπτυξης, της δημοκρατίας, των ανθρώπινων δικαιωμάτων και της ισότητας των φύλων. Από το 2012 εκπροσωπείται στην Ελλάδα με γραφείο στη Θεσσαλονίκη.

Σχόλια