Ο άνθρωπος «υπερκυνηγός» που ρημάζει την άγρια ζωή σε στεριά και θάλασσα

0
306

Ως το πρώτο «υπεραρπακτικό» στον πλανήτη χαρακτηρίζει τον άνθρωπο μια νέα μελέτη που δημοσιεύεται στην επιθεώρηση Science,η οποία εξετάζει τις επιπτώσεις της ανθρώπινης δραστηριότητας στην άγρια ζωή.

—Μάστιγα στη στεριά και στη θάλασσα

Οι επιστήμονες εμπνεύστηκαν για την έρευνα όταν -στο πλαίσιο μιας  άσχετης έρευνας πεδίου σε ένα νησάκι έξω από τον Καναδά- παρατήρησαν ότι οι αλιείς της περιοχής σκότωναν πολύ περισσότερα ψάρια από τους άλλους θηρευτές στη φύση.

Αφού συγκέντρωσαν δεδομένα 300 παλαιότερων ερευνών διενήργησαν μια «μετα-ανάλυση»  που έδειξε ότι ο άνθρωπος αλιέας κυνηγά ενήλικα ψάρια με ρυθμό μέχρι και 14 φορές υψηλότερο σε σύγκριση με τους υπόλοιπους θηρευτές των ωκεανών.

Σε απόλυτους αριθμούς, η ετήσια «ψαριά» της βιομηχανικής αλιείας φτάνει στο αστρονομικό επίπεδο των 100 εκατομμυρίων τόνων ρημάζοντας τη θαλάσσια ζωή σε επίπεδα οριστικής εξαφάνισης.

Αλλά και στην ξηρά ο άνθρωπος σκοτώνει άγρια φυτοφάγα ζώα περίπου με τον ίδιο ρυθμό που υπολογίζεται για άλλους θηρευτές όπως ο λύκος και η αρκούδα. Όμως κυνηγά άγρια σαρκοφάγα ζώα -για ψυχαγωγία ή για να αποσπάσει τα κέρατα- με ρυθμό εννέα φορές υψηλότερο από ό,τι αρπακτικά κυνηγούν άλλα αρπακτικά.

Το χειρότερο είναι ότι ο άνθρωπος δεν κυνηγά ενήλικα άτομα, αλλά νεαρά που βρίσκονται σε αναπαραγωγική φάση με συνέπεια πολλά είδη να κινδυνεύουν σοβαρά.

Η παρουσία του ανθρώπου ευθύνεται ακόμα και για εξελικτικές μεταβολές αφού πιο μεγαλόσωμα ζώα σταδιακά «συρρικνώνονται» ώστε να γίνονται δυσκολότερα αντιληπτά.

Συνολικά, ο άνθρωπος έχει αυξήσει 1.000 φορές τις εξαφανίσεις ειδών, έδειξε η μελέτη που περιλαμβάνει 2.125 είδη χερσαίων και θαλάσσιων θηρευτών.

«Η φοβερή αποτελεσματικότητα της τεχνολογίας εξόντωσης, τα παγκόσμια οικονομικά συστήματα και η διαχείριση των φυσικών πόρων, η οποία δίνει προτεραιότητα σε βραχυπρόθεσμα οφέλη για την ανθρωπότητα, έχουν οδηγήσει στον ανθρώπινο υπερθηρευτή» σχολιάζει ο Κρις Ντάριμοντ του Πανεπιστημίου της Βικτώρια στον Καναδά, επικεφαλής της νέας δημοσίευσης.

econews

Σχόλια