«Φθηνός» ο λιγνίτης, «καλές» οι εισαγωγές ενέργειας και «κακές» οι ΑΠΕ

0
1344

(του Δρα Ιωάννη Καλδέλλη*)

Τον τελευταίο καιρό εμφανίζονται όλο και πιο συχνά ενορχηστρωμένες επιθέσεις εναντίον της παρουσίας των ΑΠΕ στο ενεργειακό ισοζύγιο της χώρας, συνήθως από διάφορους «ειδικούς» του χώρου της ηλεκτροπαραγωγής, που όλως τυχαία ιστορικά συνδέονται με την πάλαι ποτέ Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το νέο στίγμα των απόψεων που συντεταγμένα εκφράζονται είναι υπέρ της περαιτέρω χρήσης του «φθηνού» λιγνίτη και της δήθεν άμεσης ανάγκης για νέες μονάδες λιγνίτη, αλλά και το πόσο ακριβά(;) πληρώνει ο καταναλωτής τις ΑΠΕ.

Αρχικά διαβάζοντας τα πρώτα άρθρα θεώρησα ότι απλά αποτελούσαν αναπαραγωγή παλαιών απόψεων των προηγούμενων τριάντα ετών. Όμως τελικά διαπιστώθηκε ότι εκφράζουν μια «νέα επαναστατική» προσέγγιση ομάδας στελεχών, που εκτός από τα όνειρα για την επιστροφή στη δραχμή ευαγγελίζονται και την επιστροφή στο βρώμικο λιγνίτη με το πρόσχημα του δήθεν χαμηλού κόστους. Κατά κάποιο τρόπο επιστροφή στο μοντέλο ανάπτυξης της τέως Σοβιετικής Ένωσης.

Προσωπική μου επιλογή επί περισσότερα από 30 χρόνια είναι να μην παρεμβαίνω σε τέτοιου είδους αντιπαραθέσεις, που δεν έχουν επιστημονική προέλευση αλλά εκφράζουν κατά καιρούς απόψεις διαφόρων ομάδων πίεσης. Όμως το «αστείο» έχει παρατραβήξει και τείνει να μονοπωλεί τη σχετική αρθρογραφία, στρεβλώνοντας με το χειρότερο τρόπο την πραγματικότητα.

Ας δούμε λοιπόν αρχικά ποια είναι τα προβλήματα της ηλεκτροπαραγωγής στο διασυνδεδεμένο ηπειρωτικό δίκτυο. Για το νησιωτικό σύστημα μπορούμε να ασχοληθούμε μια άλλη φορά. Παρά λοιπόν τις εκ του αντιθέτου απόψεις η ζήτηση φορτίου έχει περιορισθεί στα επίπεδα των 5000-6000MWe (αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης και της δραματικής μείωσης του ΑΕΠ τα τελευταία χρόνια, άλλωστε το αντίθετο θα αποτελούσε πλανητική πρωτοτυπία όσο ανελαστική και αν θεωρηθεί η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας) με αποτέλεσμα να περιττεύουν στην παρούσα φάση νέες μονάδες θερμικής βάσης, ειδικά σε περιόδους οικονομικής (και ταμιακής) ανέχειας.

Φυσικά αν κάποιος σχεδίαζε το ενεργειακό μέλλον του 2030 αυτό πιθανόν να ήταν απαραίτητο. Αλλά εδώ δεν υφίσταται σχεδιασμός για την επόμενη χρονιά, το 2030 θα μας απασχολήσει; Επίσης, οι θιασώτες του λιγνίτη δεν μας είπαν από πότε γιατί είναι «φθηνός» ο λιγνίτης. Ίσως επειδή η προμήθεια του γίνεται σε μηδενικό κόστος ή επειδή παραλείπεται εντελώς να ποσοτικοποιηθεί το τεράστιο εξωτερικό κόστος που συνοδεύει τη χρήση του;

Όμως έχει ποτέ κανείς επισκεφθεί ένα λιγνιτωρυχείο; Έχει αναλογισθεί το ύψος των περιβαλλοντικών επιπτώσεων από τη χρήση του «φθηνού» λιγνίτη; Δεν χρειάζεται κανείς να επικεντρωθεί στις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα (3.7kg διοξειδίου του άνθρακα καταλήγουν στο περιβάλλον για κάθε kg άνθρακα που καίγεται) καθώς μπορεί να αναφέρει τα στερεά σωματίδια, τα οξείδια του θείου, τις τεράστιες ποσότητες νερού που δεσμεύονται και τόσα άλλα. Και σε κάθε περίπτωση ο εγχώριος λιγνίτης είναι πράγματι το μοναδικό βεβαιωμένο συμβατικό καύσιμο της χώρας μας, ως εκ τούτου χρήζει ιδιαίτερης προστασίας η αξιοποίησή του μια και αποτελεί για τα επόμενα 30 περίπου χρόνια ένα μοναδικό στρατηγικό ενεργειακό απόθεμα.

Συνεπώς το πρόβλημα δεν είναι η υπερχρησιμοποίηση του χαμηλού μεν κόστους αλλά ιδιαίτερα επιβλαβούς για το περιβάλλον λιγνίτη, αλλά οι αθρόες εισαγωγές «φτηνής» ηλεκτρικής ενέργειας, όπως για παράδειγμα από τα πυρηνικά της Βουλγαρίας. Φυσικά σαν χώρα (και σαν κοινωνία) είμαστε εναντίον της πυρηνικής ενέργειας! Αυτή είναι όμως μια επικερδής επιλογή που συμφέρει τους πάντες. Και οι ξένοι παραγωγοί πουλάνε σε καλή τιμή την παραγωγή τους και οι εισαγωγείς καρπούνται σχεδόν χωρίς να κοπιάσουν μια διόλου αξιοκαταφρόνητη προμήθεια και το εγχώριο ηλεκτρικό σύστημα εμφανίζει ένα σχετικά χαμηλό κόστος, που φυσικά δεν μεταφέρεται στον καταναλωτή αλλά στους ισολογισμούς των εμπλεκόμενων εταιρειών. Πραγματικά δεν διερωτάται κανείς πως σε περιόδους βαθειάς οικονομικής κρίσης το 25% της καταναλισκόμενης ηλεκτρικής ενέργειας προέρχεται από εισαγωγές!

Δεν θα επιμείνω ιδιαίτερα στην απαράδεκτη επιλογή του φυσικού αερίου ως καύσιμο για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας αντί για άμεση αξιοποίησή του στον οικιακό και παραγωγικό τομέα. Προφανώς κανείς από τους επαΐοντες των προηγούμενων 30 ετών δεν σκέφτηκε ότι η άμεση αξιοποίηση του φυσικού αερίου προσδίδει τριπλάσια σχεδόν ωφέλεια στην εθνική οικονομία από τη χρήση του φυσικού αερίου στην ηλεκτροπαραγωγή. Παρόλα αυτά ακόμα και τώρα τίθενται σε λειτουργία θερμικοί σταθμοί με φυσικό αέριο!

Και φτάνουμε τώρα στις «ακριβές» ΑΠΕ, οι οποίες επιβαρύνουν τελικά τον σκληρά δοκιμαζόμενο καταναλωτή και για τον οποίο ανησυχούν τόσο έντονα οι διάφοροι αρθογραφούντες ειδικοί. Αρχικά η αποζημίωση των παραγωγών ΑΠΕ έχει σχεδόν παγιωθεί εδώ και μια τουλάχιστον δεκαετία, και μάλιστα χωρίς αυξήσεις αλλά αντιθέτως με σημαντικές μειώσεις ειδικά στην περίπτωση των φωτοβολταϊκών. Άλλωστε είναι μια ιδιαίτερη ελληνική πρωτοτυπία να καθορίζει ο εκάστοτε υπουργός (ως ο μέγας σουλτάνος, πάντα βέβαια με εισήγηση της εξ αυτού(;) οριζόμενης ανεξάρτητης(;) ΡΑΕ) την ετήσια αποζημίωση της ηλεκτροπαραγωγής από ΑΠΕ, αντί να υπάρχει μια παγιωμένη, διαφανής, σταθερή και δίκαιη μεθοδολογία.

Όμως οι διάφοροι ειδικοί δεν αναφέρουν ότι η αξιοποίηση των ΑΠΕ είναι τόσο εθνικός όσο και ευρωπαϊκός στόχος (θυμάται κανείς το στόχο 40% για το 2020;) επειδή οι ΑΠΕ είναι εγχώριες ενεργειακές πηγές, που δεν εξαντλούνται και διατίθενται άφθονες στη χώρα μας, άσχετα αν οι εκάστοτε πολιτικές επιλογές και η συνακολουθούσα γραφειοκρατία επιχειρεί να τις περιορίσει με κάθε τέχνασμα. Επίσης σκοπίμως παραλείπεται η σαφώς φιλικότερη έναντι των συμβατικών καυσίμων περιβαλλοντική συμπεριφορά των μονάδων ΑΠΕ, γεγονός που αποτιμάται ως περιβαλλοντικό όφελος άμεσα αποδιδόμενο στο κοινωνικό σύνολο και το οποίο τουλάχιστον εξισορροπεί την όποια διαφοροποίηση κόστους παραγωγής. Και επιπλέον αγνοείται η συμβολή των ΑΠΕ στον περιορισμό των ενεργειακών εισαγωγών και η βελτίωση της ενεργειακής ανεξαρτησίας της χώρας μας με αξιοποίηση καθαρών ενεργειακών πηγών. Είναι γνωστό στην ελληνική κοινωνία ότι σήμερα η υπερχρεωμένη χώρα μας εισάγει το 70% της ενέργειας που καταναλώνει; (!!!)

Κλείνοντας θέλω να τονίσω ότι τον τελευταίο καιρό αντί οι νέες αναμενόμενες προοδευτικές ενεργειακές επιλογές της χώρας μας να στρέφονται σε φιλικές προς το περιβάλλον και προς την εθνική οικονομία λύσεις, όπως η εξοικονόμηση και ορθολογική χρήση της ενέργειας και η ενδυνάμωση της αξιοποίησης των ΑΠΕ, αντιθέτως καταγράφεται αδιαφορία για τις αυξανόμενες εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας και μάλιστα από υφιστάμενα πυρηνικά εργοστάσια και επιχειρείται η αναβίωση της κυριαρχίας του πλέον ρυπογόνου συμβατικού καυσίμου, του λιγνίτη.

*(Ο Δρ Ιωάννης Καλδέλλης είναι Μηχανολόγος Μηχανικός ΕΜΠ-Οικονομολόγος Παν. Πειραιώς, Δ/ντής Εργαστηρίου Ήπιων Μορφών Ενέργειας & Προστασίας Περιβάλλοντος, Καθηγητής ΑΕΙ Πειραιά Τ.Τ.)

Σχόλια