Υπερ-αντιβιοτικό για όλες τις ασθένειες από την «Ελευθερία της Γης»

0
12

Ένα αντιβιοτικό που μπορεί να αντιμετωπίσει μικρόβια εξαιρετικά ανθεκτικά στα υπάρχοντα σκευάσματα και το οποίο υπάρχει στο χώμα ανακάλυψε διεθνής επιστημονική ομάδα από πανεπιστήμια και φαρμακευτικές εταιρείες στις ΗΠΑ, τη Γερμανία και τη Βρετανία, με επικεφαλής τον Κιμ Λιούις, καθηγητή του Τμήματος Βιολογίας του  Πανεπιστημίου Northeastern της Βοστώνης.

Η μελέτη που δημοσιεύεται στην επιθεώρηση Nature αποκαλύπτει τις δυνατότητες της τειχοβακτίνης (Teixobactin) η οποία προέρχεται από το βακτηρίδιο Εlefteria terrae (Ελευθερία της Γης) και η οποία εμφανίζεται ιδιαιτέρως αποτελεσματική στην καταστροφή των βακτηριδίων που προκαλούν φυματίωση ή εκείνων που ευθύνονται για τις συχνά θανατηφόρες νοσοκομειακές λοιμώξεις (συχνά ασθενείς εισάγονται σε νοσοκομεία για να θεραπευθούν από μια ασθένεια και πεθαίνουν από μια διαφορετική).

Η τειχοβακτίνη, που ανακαλύφθηκε σε δείγμα χώματος, αντιμετώπισε επιτυχώς σοβαρές λοιμώξεις από παθογόνα μικρόβια όπως το MRSA, χωρίς να συναντήσει αντίσταση και χωρίς τοξικές παρενέργειες. Επίσης, διαπιστώθηκε ότι ήταν εξίσου ή και περισσότερο αποτελεσματική από τη βανκομυκίνη, το ισχυρότερο αντιβιοτικό που έχουν σήμερα στη διάθεσή τους οι γιατροί.

Μέχρι στιγμής πειράματα έχουν διενεργηθεί μόνο σε ποντίκια και όχι σε ανθρώπους. Τα πειράματα σε ανθρώπους θα γίνουν την επόμενη διετία προκειμένου να αξιολογηθεί η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του νέου αντιβιοτικού.

Εφόσον όλα πάνε κατ” ευχήν -συχνά αντιβιοτικά αποτελεσματικά στα πειραματόζωα αποδεικνύονται τοξικά για τον ανθρώπινο οργανισμό- η τειχοβακτίνη μπορεί να χορηγηθεί σε ενέσιμη μορφή εντός πέντε ή έξι ετών.

Το δικαίωμα ευρεσιτεχνίας για το νέο φάρμακο κατέχει η εταιρεία φαρμακευτικής βιοτεχνολογίας NovoBiotic Pharmaceuticals, της οποίας συνιδρυτής είναι ο ίδιος ο Λιούις.

—Πώς δρα

Το νέο αντιβιοτικό ανήκει σε μια νέα κατηγορία δραστικών ουσιών, που εξοντώνουν τα βακτήρια καταστρέφοντας τα περιβλήματα (μεμβράνες) των κυττάρων τους.

Συγκεκριμένα, η ουσία εισχωρεί στο κυτταρικό τοίχωμα όπως κάνουν και τα υπόλοιπα αντιβιοτικά αλλά «σε πολλά διαφορετικά σημεία του κυτταρικού τοιχώματος και αυτό κάνει σχεδόν αδύνατη τη δημιουργία μιας βακτηριδιακής δομής προσαρμογής» λέει η Δρ.Τάνια Σνάιντερ από το Πανεπιστήμιο της Βόννης.

Οι ερευνητές εκτιμούν ότι θα περάσουν πάνω από 30 χρόνια χρήσης της τειχοβακτίνης, ωσότου οι παθογόνοι μικροοργανισμοί αποκτήσουν αντιστάσεις εναντίον της (αν και το χρονικό αυτό διάστημα θα εξαρτηθεί τελικά από το πόσο συχνά θα συνταγογραφείται, εφόσον όντως κυκλοφορήσει στην αγορά).

—iChip

Η τειχοβακτίνη λήφθηκε από το χώμα με τη χρήση της μικροσκοπικής συσκευής (iChip) η οποία προσομοιώνει το φυσικό περιβάλλον των μικροβίων, πράγμα σχεδόν αδύνατο να γίνει έως τώρα.

Έτσι, ενώ το χώμα βρίθει μικροβίων και μυκήτων, μόνο το 1% είχε καταστεί εφικτό να καλλιεργηθούν στο εργαστήριο μέχρι σήμερα, ώστε να αξιοποιηθούν για τυχόν νέα αντιβιοτικά. Όμως χάρη στη νέα μέθοδο αυτό το ποσοστό μπορεί να φθάσει στο 50%. Οι επιστήμονες αισιοδοξούν ότι τελικά το iChip θα αποδειχτεί πιο πολύτιμο και από το νέο αντιβιοτικό, καθώς μπορεί να επιτρέψει την ανακάλυψη πολλών νέου τύπου αντιβιοτικών στο μέλλον.

—Το μειονέκτημα

Μοναδικό μειονέκτημα του νέου αντιβιοτικού είναι ότι φαίνεται να αποτελεσματικό σε βακτήρια θετικά κατά Γκραμ (όπως ο σταφυλόκοκκος MRSA, ο στρεπτόκοκκος και το μυκοβακτήριο της φυματίωσης), αλλά όχι σε αρνητικά κατά Γκραμ βακτήρια, όπως το κολοβακτηρίδιο (E.coli) και η κλεμπσιέλλα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, το πρώτο αντιβιοτικό που ανακαλύφθηκε ήταν η πενικιλλίνη, από τον Αλεξάντερ Φλέμινγκ το 1928. Απομονώθηκε το 1940 και παρασκευάστηκε μαζικά το 1943. Αν και τις πρώτες δεκαετίες, ιδίως του ’50 και του ’60, τα αντιβιοτικά έκαναν θαύματα, τελευταία η αντίσταση των μικροβίων σε αυτά εξελίσσεται σε σοβαρό πρόβλημα για την ιατρική κοινότητα.

Οι ανθεκτικές στα αντιβιοτικά λοιμώξεις, όπως από το βακτήριο MSRA και τη φυματίωση, σκοτώνουν πλέον περίπου 700.000 ανθρώπους κάθε χρόνο, γι” αυτό είναι η επιτακτική η ανάγκη ανακάλυψης νέων αντιβιοτικών, όπως έχει προειδοποιήσει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας.

econews

Σχόλια