Η δίαιτα Άτκινς με χαμηλούς υδατάνθρακες πιο ωφέλιμη από αυτή των χαμηλών λιπαρών

0
251

Μια δίαιτα λιγότερων υδατανθράκων παρά λιγότερων λιπών και θερμίδων συνολικά, μπορεί να αποφέρει καλύτερα αποτελέσματα ως προς τη μείωση του βάρους, αλλά και τη βελτίωση της υγείας του καρδιαγγειακού συστήματος από μια δίαιτα που βασίζεται στη μείωση της κατανάλωσης λιπαρών.

Το παραπάνω είναι το συμπέρασμα νέας  έρευνας της Σχολής Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου Τουλέιν της Νέας Ορλεάνης με επικεφαλής την Δρα Λίντια Μπατσάνο.

Στο πλαίσιο της έρευνας συμμετείχαν 150 παχύσαρκοι άνδρες και γυναίκες ηλικίας 22 έως 75 ετών.

Οι μισοί εκ των συμμετεχόντων ακολούθησαν επί ένα έτος τη δίαιτα με τα χαμηλά λιπαρά και οι υπόλοιποι, για το ίδιο χρονικό διάστημα, τη δίαιτα με τους περιορισμένους υδατάνθρακες.

Οι συμμετέχοντες πήραν οδηγίες να μην αλλάξουν το επίπεδο σωματικής δραστηριότητάς τους, ούτε και το συνολικό επίπεδο των θερμίδων που κατανάλωναν ανεξαρτήτως της δίαιτας που ακολούθησαν (η επιλογή έγινε τυχαία).

Στη δίαιτα με χαμηλούς υδατάνθρακες επιτρεπόταν η κατανάλωση κόκκινου και λευκού κρέατος, τυριών, βουτύρου και γενικά πρωτεϊνών και λιπών (κυρίως ακόρεστων, αλλά και κορεσμένων). Συνολικά, τουλάχιστον το 13% των ημερησίων θερμίδων προερχόταν από κορεσμένα λίπη, που θεωρούνται «απαγορευμένα» στη δίαιτα με χαμηλά λιπαρά, ενώ πάνω από το 40% των θερμίδων της ημέρας προερχόταν από κάθε είδους λίπη (ακόρεστα και κορεσμένα).

Στο τέλος της μελέτης, που χρηματοδοτήθηκε από τα Εθνικά Ινστιτούτα Υγείας των ΗΠΑ, μετά από ένα έτος, τα άτομα στην ομάδα των χαμηλών υδατανθράκων είχαν χάσει περισσότερο βάρος και πιο πολύ σωματικό λίπος σε σχέση με την ομάδα των χαμηλών λιπαρών. Κατά μέσο όρο, η δίαιτα με χαμηλούς υδατάνθρακες επέφερε μια πρόσθετη απώλεια βάρους σχεδόν τεσσάρων κιλών μέσα στο έτος.

Από την άλλη, δεν παρατηρήθηκε αύξηση στο επίπεδο ολικής ή «κακής» χοληστερόλης (LDL) σε καμία από τις δύο δίαιτες, πράγμα θετικό ιδίως για τη δίαιτα των χαμηλών υδατανθράκων, επειδή μερικοί επιστήμονες πίστευαν ότι θα αύξανε τους σχετικούς δείκτες λιπιδίων στο αίμα. Μάλιστα, τα άτομα που είχαν ακολουθήσει τη δίαιτα των χαμηλών υδατανθράκων, είχαν πλέον χαμηλότερα επίπεδα εσωτερικής φλεγμονής, τριγλυκεριδίων και γενικά λιπιδίων στο αίμα τους, ενώ αντίθετα η «καλή» χοληστερόλη (HDL) τους ήταν πια μεγαλύτερη, παράγοντες που από κοινού μειώνουν τον καρδιαγγειακό κίνδυνο στο μέλλον.

Για «πολύ εντυπωσιακό εύρημα» έκανε λόγο η Μπατσάνο, αν και, όπως είπε, παραμένει ασαφές γιατί η δίαιτα των χαμηλών υδατανθράκων φαίνεται να υπερτερεί. Ακόμη, ανέφερε πως, προς το παρόν, είναι άγνωστο αν αυτή η υπεροχή έναντι της δίαιτας με χαμηλά λιπαρά έχει ισχύ σε βάθος χρόνου.

Οι δίαιτες με χαμηλούς υδατάνθρακες και περισσότερα λιπαρά και πρωτεΐνες άρχισαν να γίνονται ευρέως γνωστές στη δεκαετία του ΄70, όταν εμφανίστηκε η περίφημη δίαιτα του δρος Ρόμπερτ Άτκινς, η οποία μέχρι σήμερα έχει πολλούς «οπαδούς».

Οι συνήθεις κριτικές εναντίον αυτής της διαιτητικής προσέγγισης είναι ότι το άτομο χάνει βάρος κυρίως με την μορφή σωματικών υγρών και όχι σωματικού λίπους, ενώ παράλληλα μπορεί να αντιμετωπίσει αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο λόγω αύξησης της χοληστερόλης εξαιτίας της μεγαλύτερης κατανάλωσης λιπών και πρωτεϊνών.

Η νέα συγκριτική μελέτη φαίνεται να αναιρεί αυτούς τους φόβους. Εξάλλου, όπως αποκάλυψε, τα άτομα της δίαιτας με χαμηλά λιπαρά έχασαν βάρος περισσότερο με την μορφή μυών παρά λίπους, πράγμα που, σύμφωνα με τους επιστήμονες, δεν θεωρείται καλό από άποψη μεταβολισμού.

Οι υδατάνθρακες υπάρχουν σε πολλές τροφές και περιλαμβάνουν τα σάκχαρα, τις ίνες και τα άμυλα, που δίνουν ενέργεια στο σώμα. Μερικοί υδατάνθρακες, όπως αυτοί στα δημητριακά ολικής άλεσης και στα φρούτα, είναι πιο υγιεινοί από άλλους, όπως εκείνους στο άσπρο ψωμί και στα επεξεργασμένα τρόφιμα.

Η μελέτη δημοσιεύεται στην επιθεώρηση Annals of Internal Medicine.

Σχόλια