ΑΠΕ: παγκόσμια διείσδυση 22% υπονομεύεται από ρυθμιστική αβεβαιότητα

0
59

Σημαντικό μερίδιο στην παγκόσμια ηλεκτροπαραγωγή καταλαμβάνουν πλέον οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, την ώρα όμως που η ανάπτυξή τους θα επιβραδυνθεί λόγω της κατάργησης υποστηρικτικών μηχανισμών, όπως οι εγγυημένες τιμές πώλησης στο δίκτυο (feed-in-tarrifs).

—Μεγάλη διείσδυση στο συνολικό μείγμα

Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αναλογούν σε ποσοστό 22% επί της παγκόσμιας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, σύμφωνα με έκθεση που δημοσίευσε ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (ΙΕΑ).

Το ποσοστό αυτό αναμένεται να ανέλθει σε 26 τοις εκατό έως το 2020, κυρίως χάρη στα υδροηλεκτρικά, ωστόσο η έκθεση προβλέπει ότι η εξάπλωση της ανανεώσιμης ενέργειας θα επιβραδυνθεί την επόμενη πενταετία, εάν δεν εξασφαλιστούν οι απαραίτητες πολιτικές αλλαγές.

Συνολικά η παγκόσμια ηλεκτρική παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές αναμένεται να φτάσει τις 7.310 τεραβατώρες (TWh) το 2020, σημειώνοντας αύξηση 5,4 τοις εκατό ανά έτος. Τη μεγαλύτερη άνοδο θα σημειώσουν η Βραζιλία και η Ινδία, ενώ στην Κίνα θα υπάρχει μικρότερος ρυθμός αύξησης, σύμφωνα με την έκθεση.

—Επενδυτική επιβράδυνση

Η σταδιακή κατάργηση των εργαλείων υποστήριξης των ΑΠΕ, αλλά και η σημαντική πτώση των τιμών του εξοπλισμού, ειδικά στα φωτοβολταϊκά, αντανακλώνται στη μείωση των κεφαλαίων που επενδύονται κάθε χρόνο στην καθαρή ενέργεια.

Όπως αναφέρεται στην τρίτη ετήσια έκθεση Medium-Term Renewable Energy Market Report του Παγκόσμιου Οργανισμού Ενέργειας (IEA), μέχρι το 2020 θα επενδυθούν κατά μέσο όρο 230 δισ. δολάρια ετησίως. Ωστόσο το ποσό αυτό είναι ελαφρώς χαμηλότερο από τα 250 δισεκατομμύρια που επενδύθηκαν το περασμένο έτος, αλλά και τα 280 δισ. δολάρια που επενδύθηκαν στο κορυφαίο έτος για τις ΑΠΕ, το 2011.

Η κατάσταση είναι δυσμενέστερη στον τομέα των βιοκαυσίμων για μεταφορικά μέσα και των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας για σκοπούς θέρμανσης, εξηγεί η έκθεση του διακυβερνητικού οργανισμού.

Ως σημαντικότερη αιτία προβάλλεται η ρυθμιστική και κατά συνέπεια επενδυτική αβεβαιότητα.

«Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αποτελούν ένα απαραίτητο μέρος της ενεργειακής ασφάλειας. Ωστόσο, τη στιγμή που επιτέλους εξελίσσονται σε μία ανταγωνιστική λύση για έναν αυξανόμενο αριθμό εφαρμογών, η πολιτική και ρυθμιστική αβεβαιότητα σε ορισμένες βασικές αγορές επιδεινώνεται. Αυτό προκύπτει κυρίως από τις ανησυχίες σχετικά με το κόστος της ανάπτυξης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας», δήλωσε η εκτελεστική διευθυντής του ΙΕΑ, Μαρία φαν ντερ Χέφεν.

«Οι κυβερνήσεις οφείλουν να διακρίνουν σαφέστερα ανάμεσα στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, καθώς τα κόστη πέφτουν με την πάροδο του χρόνου», πρόσθεσε. «Πολλές ανανεώσιμες πηγές ενέργειας δεν χρειάζονται πλέον την πρόβλεψη ειδικών κινήτρων. Αντιθέτως, απαιτούν ένα πλαίσιο αγοράς που θα εξασφαλίζει μια λογική και προβλέψιμη απόδοση για τους επενδυτές. Αυτό απαιτεί ένα σοβαρό προβληματισμό σχετικά με το σχεδιασμό της αγοράς που χρειάζεται για να επιτευχθεί ένα πιο βιώσιμο παγκόσμιο ενεργειακό μείγμα», κατέληξε.

Όσον αφορά στην παραγωγή βιοκαυσίμων, η έκθεση προειδοποιεί πως η πολιτική υποστήριξη εμφανίζει τάσεις αποδυνάμωσης στις κύριες αγορές των ΗΠΑ, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Βραζιλίας. Παράλληλα όμως ισχυροποιείται σε νέες αγορές εκτός του ΟΠΕΚ, κυρίως στη Νοτιοανατολική Ασία.

Από την άλλη πλευρά, η αιολική ενέργεια θεωρείται προτιμότερη ενεργειακή επιλογή έναντι του άνθρακα και του φυσικού αερίου σε χώρες όπως η Βραζιλία, η Χιλή και η Νότιος Αφρική. Το ίδιο δεν συμβαίνει στην Ευρώπη.

Σχολιάζοντας την έκθεση, ο Τζάστιν Γουίλκς, αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης Αιολικής Ενέργειας (European Wind Energy Association-EWEA) επισημαίνει ότι “η έκθεση του IEA θέτει τον δάκτυλον εις τον τύπον των ήλων όταν την αντιπαραβάλουμε με τους εθνικούς στόχους ΑΠΕ στην ΕΕ για το 2030. Ο στόχος 27% όχι μόνο αποδεικνύεται πολύ χαμηλός, αλλά και δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη να τον πετύχουν. Οι επικεφαλής της Ευρώπης πρέπει να συμφωνήσουν σε έναν δεσμευτικό στόχο 30% για τις ΑΠΕ το 2030 εάν θέλουμε να σημειώσουμε πραγματική πρόοδο στην προσπάθεια βελτίωσης της ενεργειακής ασφάλειας και της ανταγωνιστικότητας στην Ευρώπη, αλλά και επίτευξης των κλιματικών στόχων”.

econews

Σχόλια