Η αιολική ενέργεια μοχλός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας

0
721

aioliki-energeia-116793(του Γιάννη Τσιπουρίδη, Προέδρου ΔΣ της Ελληνικής Επιστημονικής Ένωσης Αιολικής Ενέργειας-ΕΛΕΤΑΕΝ)

Η ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας ήταν και παραμένει το μεγάλο εθνικό ζητούμενο και μια απόλυτη προτεραιότητα για τη χώρα, γιατί η ανάπτυξη δημιουργεί απασχόληση, έσοδα για το κράτος, ευημερία για τους πολίτες. Πολιτικοί και οικονομολόγοι διαγκωνίζονται στην προσπάθεια τους να πείσουν για τις δικές τους προτάσεις οικονομικής ανάπτυξης, οι οποίες εξ ορισμού κρίνονται εκ του αποτελέσματος και μόνο.

Οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, αποτελούν μια διακριτή αναπτυξιακή επιλογή. Ιδιαίτερα στις μέρες της οικονομικής κρίσης που μαστίζει όλες τις αναπτυγμένες χώρες, ο κλάδος των Α.Π.Ε. έχει το προνόμιο να αποτελεί µία από τις ελάχιστες επιλογές για να ανακοπεί η οικονομική και κοινωνική οπισθοχώρηση που βιώνουμε και να προκληθεί επανεκκίνηση της οικονομίας. Ο ισχυρισμός αυτός, εκτός των επιχειρημάτων που παρατίθενται κατωτέρω, στηρίζεται στο γεγονός ότι ο κλάδος συγκεντρώνει ως επί το πλείστον νέες δυναμικές επιχειρήσεις και υψηλό ανθρώπινο επιστημονικό και τεχνικό δυναμικό και δεύτερον διότι παρουσιάζει επενδυτικές ευκαιρίες που μπορεί να φέρουν ανάπτυξη, απασχόληση και κοινωνικό πλεόνασμα.

Επιπλέον όμως των καθαρά οικονομικών επιχειρημάτων, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη μια σειρά άλλων παραμέτρων που έχουν σαφή οικονομική διάσταση, ανεξάρτητα αν αυτή ποσοτικοποιείται στην παρούσα φάση, γεγονός που από μόνο του είναι μέτρο των εμποδίων που ορθώνονται στη συγκεκριμένη αναπτυξιακή οδό.

Για παράδειγμα μια οικονομία παγκόσμια ή εθνική, δεν μπορεί να αγνοήσει το επιστημονικό γεγονός ότι οι κλασσικές πηγές ενέργειας, τα ορυκτά καύσιμα βαίνουν προς εξάντληση. Είναι, πέρα από ενεργειακή παράμετρος και ένα ουσιαστικό οικονομικό κριτήριο που πλέον δεν μπορεί να αγνοηθεί. Το χρονικό σημείο εξάντλησης τους μπορεί να είναι αντικείμενο επιστημονικής συζήτησης, αλλά δεν αμφισβητείται. Αυτό δεν πρέπει να αποτιμηθεί ως προς την οικονομική του διάσταση;

Επίσης η χρήση των ορυκτών καυσίμων έχει περιβαλλοντικές επιπτώσεις σε όλη τη αλυσίδα χρήσης τους (εξόρυξη, μεταφορά, αποθήκευση, καύση). Η προκαλούμενη με αυτό τον τρόπο περιβαλλοντική καταστροφή είναι σημαντική. Εκτιμάται πως οι προκαλούμενες από την περιβαλλοντική ρύπανση βλάβες μόνο στην υγεία ισοδυναμούν με επιβάρυνση 14-35 σεντ δολαρίου ανά KWh, που για τις ΗΠΑ αντιστοιχεί σε 886 δις δολάρια ή 6% του Εθνικού Ακαθάριστου Προϊόντος των ΗΠΑ. Αν συνυπολογιστούν συνολικά οι ζημιές από την ρύπανση και αναχθούν σε παγκόσμιο επίπεδο, προφανώς το κόστος θα είναι πολλαπλάσιο (http://www.forbes.com/sites/justingerdes/2013/04/08/how-much-do-health-impacts-from-fossil-fuel-electricity-cost-the-u-s-economy/). Δεν πρέπει αυτό να ενσωματωθεί ως μία παράμετρος οικονομικής αξιολόγησης μιας οικονομίας που στηρίζεται σε ορυκτά καύσιμα;

Ίσως πιο σημαντικό όλων είναι το ζήτημα των κλιματικών αλλαγών. Η πρόκληση του φαινομένου από την χρήση ορυκτών καυσίμων και η αδήριτη ανάγκη αντιμετώπισης του δεν αμφισβητείται πλέον από κανένα. Ακόμη και καθαροί οικονομολόγοι, όπως ο γνωστός σε όλους Λόρδος Στερν, που μίλησε και στη Βουλή μας, έχουν αναλάβει το βάρος της αποτίμησης των επιπτώσεων αυτών στην παγκόσμια οικονομία.

Το οικονομικό βάρος των ζημιών που προκαλούν τα ακραία καιρικά φαινόμενα και η αλλαγή του κλίματος (ξηρασία, ερημοποίηση, αρκτικές συνθήκες, κ.α.) σε περιουσίες και ανθρώπινες ζωές, και στην ίδια την οικονομία εκτιμάται σε 1,2 τρις $ σήμερα – ή 1,6% του Παγκόσμιου Ακαθάριστου Προϊόντος το οποίο θα εκτοξευθεί σε 3,2% το 2030) (http://thinkprogress.org/climate/2013/02/09/1563101/national-journal-warns-the-economic-price-of-climate-change-is-already-here-and-growing/) . Δεν πρέπει αυτό να συνυπολογίζεται στην αποτίμηση μιας οικονομίας που στηρίχθηκε και δυστυχώς συνεχίζει να στηρίζεται στα ορυκτά καύσιμα;

Τέλος δεν πρέπει να μας διαφεύγει όταν κάνουμε τέτοιου είδους αναλύσεις ότι ο μεγαλύτερος μύθος που κυκλοφορεί ευρέως για τις ΑΠΕ είναι και ο πλέον ανυπόστατος και ουσιαστικά ένα τεράστιο ψέμα. Αναφέρομαι στο μύθο των ακριβών και επιδοτούμενων Α.Π.Ε. που ακόμη και φίλα προσκείμενοι στις Α.Π.Ε. παρασύρονται και υιοθετούν. Η πραγματικότητα είναι πως για κάθε 1 ευρώ που δαπανάται για ενίσχυση των ΑΠΕ, δαπανώνται 6 ευρώ για ενίσχυση των ορυκτών καυσίμων (http://www.rtcc.org/2014/02/05/imf-chief-lagarde-warns-of-merciless-climate-change/). Η κα Λαγκάρντ του ΔΝΤ σε πρόσφατη ομιλία της μίλησε για 2 τρις δολάρια που ζημίωσε η παγκόσμια οικονομία από επιδοτήσεις και αποφυγή φορολογίας της βιομηχανίας ορυκτών καυσίμων . Αυτό το στοιχείο δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη στην αποτίμηση της προσφορά των ενεργειακών πηγών στην οικονομία;

Με άλλα, απλά λόγια ο στόχος μεγάλης διείσδυσης των Α.Π.Ε. σε εθνικό, ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο (για το 2020, 2030 και 2050), δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν µια ακόμη νομική υποχρέωση που δημιουργείται, στην περίπτωση της χώρας μας, από τη συμμετοχή της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή οικογένεια και η παραβίαση της οποίας θα έχει σαφείς οικονομικές συνέπειες. Είναι και μια μοναδική ευκαιρία για μια νέα οικονομική ανάπτυξη που τόσο ανάγκη την έχει ο τόπος, δεδομένων των ανεξάντλητων ανανεώσιμων εγχώριων ενεργειακών πόρων με τις οποίες η φύση προίκισε την πατρίδα μας.

Είναι µια κυρίαρχη οικονομική, πολιτική, περιβαλλοντική και κοινωνική επιλογή, είναι µια ενεργειακή προτεραιότητα ύψιστης σημασίας που επιβάλλεται από σεβασμό, ευθύνη και υποχρέωση προς εμάς τους ίδιους και κυρίως προς τις επόμενες γενιές.

Έχοντας τοποθετηθεί επί θεμάτων αρχής που πρέπει να ορίζουν τον άξονα και το πλαίσιο οικονομικής αξιολόγησης, που ουσιαστικά διαφοροποιείται από τη στενή, μονοδιάστατη, ματιά των αγορών και των χρηματιστηρίων, ας δούμε συνοπτικά κάποια από τα οικονομικά πλεονεκτήματα των Α.Π.Ε. και ειδικά της Αιολικής Ενέργειας.

• Οι ώριμες και οικονομικά ανταγωνιστικές Α.Π.Ε., όπως είναι η αιολική ενέργεια και τα μικρά υδροηλεκτρικά, προσφέρουν την πιο φτηνή ηλεκτρική ενέργεια ακόμα και χωρίς εσωτερίκευση του εξωτερικού κόστους ενέργειας (µε την εξαίρεση ίσως του λιγνίτη). Στα δε νησιά οι Α.Π.Ε. επιδοτούν τη συμβατική παραγωγή, αφού το μέσο κόστος παραγωγής είναι πάνω από 200€ ανά MWH.

• Είναι εγχώριες (για κάθε χώρα ισχύει αυτό) και επομένως εξοικονομούν για τις επόμενες δεκαετίες σημαντικές ποσότητες εισαγόμενων ορυκτών καυσίμων, συμβάλλοντας τα μέγιστα στη βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου.

• Έχουν κατά την κατασκευή μεγαλύτερη εθνική προστιθέμενη αξία που κυμαίνεται από 35%-80% ανάλογα µε την τεχνολογία, σε σχέση µε τις τεχνολογίες ορυκτών καυσίμων. Το αντεπιχείρημα για τις Α.Π.Ε. ότι ο βασικός εξοπλισμός είναι εισαγόμενος, αφορά, δυστυχώς για τη χώρα μας, όλες τις τεχνολογίες αξιοποίησης ενεργειακών πηγών και όχι μόνο τις Α.Π.Ε. Αντίθετα στις Α.Π.Ε. εθνική προστιθέμενη αξία είναι η μεγαλύτερη δυνατή.

• Παρά την αντίθετη εντύπωση που καλλιεργείται, δημιουργούν σημαντική απασχόληση κατά την κατασκευή και λειτουργία τους. Για παράδειγμα η αιολική ενέργεια στην Ελλάδα έχει ήδη δημιουργήσει πολύ περισσότερες θέσεις ανά εγκατεστημένο MW σε σχέση µε τις σύγχρονες μονάδες φυσικού αερίου.

• Είναι αποκεντρωμένες και επομένως τα αναπτυξιακά οφέλη τους διαχέονται αποτελεσματικότερα στην περιφέρεια.

• Μέσω του ειδικού τέλους 3% επί του κύκλου εργασιών που παρακρατείται, προσφέρουν σημαντικούς πόρους στις τοπικές κοινωνίες και τους πολίτες των περιοχών όπου εγκαθίστανται.

• Προσφέρονται ως επενδυτική επιλογή σε εισοδήματα όλων των τάξεων µε αποτέλεσμα τη διάχυση της ανάπτυξης σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

• Προσφέρονται για την ανάπτυξη μιας σημαντικής υποστηρικτικής αγορά παροχής τεχνικών υπηρεσιών, αλλά και εμπορικής αγοράς (δορυφορικά επαγγέλματα) υψηλής προστιθέμενης αξίας.

• Και φυσικά προστατεύουν το περιβάλλον, εξοικονομούν εκπομπές των αερίων του θερμοκηπίου και αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά την κλιματική αλλαγή.

Επομένως η ανάπτυξη του κλάδου της Αιολικής Ενέργειας θα επιτρέψει τη μεγιστοποίηση της εγχώριας προστιθέμενης αξίας, την ανάπτυξη αγοράς παροχής υψηλής αξίας και ποιότητας υπηρεσιών και προϊόντων, την προσέλκυση και ενίσχυση κλάδων της βιομηχανίας, την κινητοποίηση πλήθους παράπλευρων κλάδων του ελληνικού παραγωγικού και εμπορικού δυναμικού και την διαμόρφωση μιας σταθερής παραγωγικής βάσης στην Ελλάδα.

Τα οικονομικά στοιχεία των επενδύσεων μέχρι σήμερα στις Α.Π.Ε. και αυτών που θα πρέπει να πραγματοποιηθούν γα την επίτευξη των στόχων είναι εντυπωσιακά και επιβεβαιώνουν τις ανωτέρω προσδοκίες. Μέχρι σήμερα εκτιμάται ότι έχουν συνολικά επενδυθεί περίπου 9 δις ευρώ, ενώ μέχρι το 2020 αναμένεται να επενδυθούν περίπου 15 δις ευρώ. Τα μακροοικονομικά οφέλη στην Εθνική Οικονομία που προκύπτουν από τις επενδύσεις αυτές, μπορούν εύκολα να εκτιμηθούν (Όφελος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών λόγω μειωμένης εισαγωγής καυσίμων, Εξοικονόμηση δαπανών αγοράς δικαιωμάτων εκπομπής CO2, αύξηση Α.Ε.Π., Όφελος στο εμπορικό ισοζύγιο, Όφελος στο Έλλειμμα Γενικής Κυβέρνησης, Όφελος στο Δημόσιο Χρέος, Ετήσιο Μέρισμα στις τοπικές κοινωνίες, Μείωση πληρωμών στις Ημερήσια Αγορά Η.Ε., Μείωση του μέσου κόστους Ηλεκτροπαραγωγής).

Παρ όλα αυτά, η ανάδειξη της αιολικής ενέργειας σε μοχλό ανάπτυξης της οικονομίας αντιμετωπίζει μια σειρά από εμπόδια κατά βάση θεσμικά και διοικητικά που σήμερα εκφράζονται πλέον κυρίως μέσα από τη λειτουργία της αγοράς ενέργειας και ουσιαστικά είναι πολιτικά, με την έννοια ότι μπορούν να επιλυθούν αν υπάρχει πολιτική βούληση. Δυστυχώς αυτό είναι είδος σε ανεπάρκεια.

Στην Ελλάδα, η απελευθέρωση της λειτουργίας της αγοράς ενέργειας παραμένει ακόμα ζητούμενο, παρά τα σαφή οφέλη μιας τέτοιας ουσιαστικής απελευθέρωσης και την προφορική θεοποίηση της σχεδόν από όλους. Και η πραγματική απελευθέρωση της λειτουργίας της αγοράς ενέργειας, σημαίνει άρση των στρεβλώσεων των οποίων την ύπαρξη όλοι γνωρίζουν και η οποία θα οδηγήσει σε πραγματικό ανταγωνισμό των πηγών ενέργειας. Αυτό θα αποκαλύψει το πραγματικό κόστος των πηγών ενέργειας, προς όφελος των οικονομικά ανταγωνιστικών μορφών ενέργειας όπως είναι η Αιολική Ενέργεια και φυσικά του καταναλωτή, για τον οποίο όλοι κόπτονται.

Η άρση των στρεβλώσεων θα οδηγήσει σε τιμολόγια που θα αντανακλούν το πραγματικό και συνολικό κόστος παραγωγής. Το αν σήμερα το πραγματικό κόστος δεν έχει ενσωματωθεί στα τιμολόγια, αυτό δεν σημαίνει ότι το κόστος αυτό δεν πληρώνεται.

Κάποιος το πληρώνει και όλοι γνωρίζουμε ποιος είναι αυτός: ο φορολογούμενος καταναλωτής.

Αποτέλεσμα της ατελούς απελευθέρωσης της λειτουργίας της αγοράς ενέργειας και της αδιαφάνειας και αναντιστοιχίας των τιμολογίων με το κόστος παραγωγής είναι ότι οι επιχειρήσεις παραγωγής ηλεκτρισμού απαιτούν διοικητική διασφάλιση των εσόδων τους. Έτσι έχει διαμορφώθηκε µια υπερ-ρυθμισμένη αγορά, µε την έννοια ότι τα έσοδα των συμβατικών παραγωγών δεν προέρχονται από τον ανταγωνισμό αλλά από διοικητικούς μηχανισμούς που εγγυώνται το ύψος τους. Έτσι έως πρόσφατα, οι συμβατικοί παραγωγοί απολάμβαναν δύο είδη εσόδων:

• Τα έσοδα από τη χονδρεμπορική αγορά (δηλ. την Οριακή Τιμή Συστήματος) που είναι σε σημαντικό βαθμό ρυθμισμένη,

• Τα έσοδα εκτός της χονδρεμπορικής αγοράς, µέσω καθαρά διοικητικών μηχανισμών όπως ο μηχανισμός διαθεσιμότητας ισχύος (Μ∆Ι) και ο μηχανισμός ανάκτησης μεταβλητού κόστους (ΜΑΜΚ).

Όλα τα παραπάνω σημαίνουν ότι το πραγματικό κόστος της συμβατικής ηλεκτροπαραγωγής δεν είναι µόνο η Οριακή Τιμή Συστήματος, αλλά συμπεριλαμβάνει τα έσοδα εκτός χονδρεμπορικής αγοράς (Μ∆Ι, ΜΑΜΚ) και τα κρυφά κόστη που δεν απεικονίζονται πουθενά.

Αυτά φυσικά είναι γνωστά στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ. Η επισήμανσή τους όμως είναι αναγκαία διότι αυτές οι πολιτικές ρύθμισης που είναι απόρροια των στρεβλώσεων της λειτουργίας της αγοράς ενέργειας, αυξάνουν σημαντικά το κόστος ηλεκτρισμού και στοχοποιούν τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, εμποδίζοντας έτσι ένα πυλώνα οικονομικής ανάπτυξης να προσφέρει όσα μπορεί.

Η Κυβέρνηση οφείλει να ξεκαθαρίσει τις προτεραιότητες της επί τη βάση κριτηρίων βιώσιμης εθνικής ανάπτυξης. Επίσης όλα τα πολιτικά κόμματα θα πρέπει να αντιληφθούν τον εθνικό πλούτο που προσφέρουν οι Α.Π.Ε., να προτάξουν τα ουσιαστικά και μεγάλα προβλήματα της αγοράς ενέργειας και δεν θα πρέπει να παρασύρονται σε μια εύκολη και ανέξοδη (για την ώρα) στοχοποίηση των Α.Π.Ε.

Ο ενεργειακός σχεδιασμός και οι στόχοι για τις επόμενες δεκαετίες που θα καθορίσουν και την οικονομική μας πορεία, με βάση τα ανωτέρω, θα πρέπει να στραφούν προς την κατεύθυνση ενός Εθνικού Οράματος για τις Α.Π.Ε. µε έμφαση την Αιολική Ενέργεια.

Ένας σχεδιασμός που θα οδηγήσει μακροπρόθεσμα σε εγκατεστημένη ισχύ σημαντικά μεγαλύτερη των 7.500MW, που αποτελούν, στα πλαίσια συμμόρφωσης με την σχετική κοινοτική οδηγία, τον εθνικό στόχο για την Αιολική ενέργεια για το 2020. Ένας σχεδιασμός που θα πρέπει στο επίκεντρο του να έχει την εξαγωγή πράσινης ενέργειας ως εθνικού προϊόντος.

Ένα τέτοιο σχέδιο δεν μπορεί παρά να βασίζεται στις ελληνικές ιδιαιτερότητες και να περιλαμβάνει τη διασύνδεση των νησιών για αξιοποίηση του μοναδικού ανανεώσιμου δυναμικού τους, τα θαλάσσια αιολικά πάρκα σε μεγάλα βάθη (πλωτά), την μεγάλης και μικρής κλίμακας αντλισιοταμίευση και επιπλέον τις διεθνείς διασυνδέσεις και την μαζική προώθηση της ηλεκτροκίνησης. Φυσικά, η ανάπτυξη του εξαγωγικού χαρακτήρα της παραγωγής πράσινης ενέργειας προϋποθέτει την κατ αρχήν αποτελεσματική επίτευξη των σημερινών εθνικών στόχων.

Η διατύπωση ενός τέτοιου Εθνικού Οράματος προϋποθέτει δομές και θεσμούς που δεν αποτελούν το δυνατό σημείο της πατρίδας μας. Οι σχεδιασμοί (σε όλους τους κλάδους) είναι ουσιαστικά «κομματικές» υποθέσεις και χαρακτηρίζονται από αποσπασματικότητα και περιορισμένο χρονικό ορίζοντα, που στην καλύτερη περίπτωση είναι οι επόμενες εθνικές εκλογές και στη χειρότερη ο επόμενος ανασχηματισμός.

Για ένα τέτοιο Όραμα απαιτείται η εμπλοκή όλων των κόμματων και φυσικά της ευρύτερης επιστημονικής κοινότητας και της κοινωνίας. Όπως έχουν τα πράγματα σήμερα οι πιθανότητες για κάτι τέτοιο φαντάζουν ανύπαρκτες.

Παρ’ όλα αυτά και τις δυσκολίες που συνδέονται με την τραγική ανεπάρκεια των πολιτικών, το στοίχημα είναι μοναδικά σημαντικό και θα καθορίσει την πορεία της χώρας για τις επόμενες πολλές δεκαετίες και γι αυτό δεν θα πρέπει να παραιτηθούμε της προσπάθειας. Το οφείλουμε στους εαυτούς μας, στα παιδιά μας και στα εγγόνια μας.

Πηγή energypress

Σχόλια