Φτερά, πούπουλα και τεράστια γκαντεμιά για τους δεινόσαυρους – Νέες έρευνες

0
27

Την υπόθεση ότι όλοι οι δεινόσαυροι είχαν φτερά επιβεβαιώνουν ευρήματα παλαιοντολόγων από απολιθώματα στη Σιβηρία.

Συγκεκριμένα, βέλγοι, ρώσοι, γάλλοι και βρετανοί ερευνητές με επικεφαλής τον παλαιοντολόγο Πασκάλ Γκοντεφρουά του Βασιλικού Βελγικού Ινστιτούτου Φυσικών Επιστημών ανακάλυψαν στην όχθη του ποταμού Ολόφ της Σιβηρίας τα απολιθώματα ενός μικρού φυτοφάγου δεινόσαυρου, μήκους μόλις ενάμισι μέτρου, που έμοιαζε με γιγάντιο κοτόπουλο χωρίς ράμφος.

Μάλιστα, το σώμα του ήταν σκεπασμένο από φτερά, αλλά δεν μπορούσε να πετάξει.

Ο δίποδος δεινόσαυρος  που έλαβε την επιστημονική ονομασία Kulindadromeus zabaikalicus, είχε μακριά ουρά, μεγάλα πίσω πόδια, κοντά χέρια και πέντε δυνατά δάχτυλα σε αυτά. Οι ερευνητές βρήκαν στην ίδια περιοχή πολλά κρανία και άλλα οστά, που ανήκαν σε αρκετούς δεινόσαυρους του ίδιου φτερωτού είδους.

Ενώ ως τώρα οι επιστήμονες πίστευαν ότι μόνο οι πρώιμοι σαρκοβόροι δεινόσαυροι είχαν φτερά, μετά και τη νέα ανακάλυψη τείνουν πλέον να πιστέψουν ότι όλοι – ή σχεδόν όλοι οι δεινόσαυροι είχαν φτερά, τουλάχιστον όσοι ζούσαν πριν από περίπου 150 έως 160 εκατ. χρόνια. Τώρα αποκαλύπτεται ότι φτερά είχαν και οι φυτοφάγοι δεινόσαυροι (σε αυτή την κατηγορία ανήκουν ο Τρικεράτωψ, ο τεράστιος Στεγόσαυρος κ.α.). Τα επόμενα χρόνια, αρκετοί δεινόσαυροι, καθώς εξελίχτηκαν, έχασαν τα φτερά τους ολικά ή μερικά.

Οι παλαιοντολόγοι εκτιμούν ότι τα φτερά χρησίμευαν στους αρχαίους δεινόσαυρους όχι τόσο για να πετούν, όσο για να διατηρούν ζεστό το σώμα τους, αλλά και για λόγους επίδειξης στο άλλο φύλο (όπως τα σημερινά παγώνια). Χάρη στη θερμομόνωση των φτερών, οι δεινόσαυροι θα μπορούσαν να λειτουργήσουν σε πιο κρύα περιβάλλοντα και τις νύχτες. Όταν όμως το σώμα τους μεγάλωσε υπερβολικά, τα φτερά αυτά μετατράπηκαν από πλεονέκτημα σε μειονέκτημα, ζεσταίνοντάς τους υπερβολικά, γι” αυτό σε μεγάλο βαθμό απαλλάχτηκαν από αυτά.

Τα σημερινά πουλιά εξελίχτηκαν πολύ αργότερα από μία κατηγορία σαρκοβόρων δεινοσαύρων. Το αξιοσημείωτο, όπως είπε ο βέλγος επιστήμων, είναι ότι τα φτερά στον σιβηρικό δεινόσαυρο ανήκουν σε ένα είδος που απέχει πολύ εξελικτικά από εκείνη την ομάδα που «γέννησε» τα πουλιά. Ουσιαστικά είναι η πρώτη φορά που ανακαλύπτονται φτερά σε δεινόσαυρο, ο οποίος δεν σχετίζεται εξελικτικά με τα μετέπειτα πουλιά. Αυτό ακριβώς οδηγεί στην εκτίμηση ότι τελικά τα φτερά ήσαν πολύ περισσότερο διαδεδομένα από ό,τι πίστευαν ως τώρα οι επιστήμονες. Πάντως θα πρέπει να βρεθούν και άλλα είδη δεινοσαύρων με φτερά για να επιβεβαιωθεί ότι όντως αυτά αποτελούσαν κοινό χαρακτηριστικό τους.

Οι πρώτοι δεινόσαυροι με φτερά είχαν ανακαλυφθεί στην Κίνα στα μέσα της δεκαετίας του ’90 και όλοι ανήκαν στην κατηγορία των σαρκοβόρων θηροπόδων, που περιλαμβάνει τον τρομερό Τυραννόσαυρο Ρεξ και τον Βελοσιράπτορα, οι οποίοι, κατά πιθανότητα, είχαν και αυτοί φτερά και πούπουλα. Εκτιμάται πλέον, όπως είπε ο Γκοντεφρουά, ότι ο κοινός πρόγονος όλων των δεινοσαύρων, φυτοφάγων και σαρκοβόρων, ο οποίος έζησε πριν από περίπου 220 έως 240 εκατ. χρόνια, είχε επίσης φτερά.

Η μελέτη δημοσιεύεται στην επιθεώρηση «Science».

—Γιατί εξαφανίστηκαν

Μια ξεχωριστή έρευνα βρετανών επιστημόνων που εξέτασε όχι τη φυσιολογία, αλλά την εξέλιξή τους πάνω στον πλανή υποστηρίζει ότι οι τρομεροί δεινόσαυροι έπεσαν θύματα της ατυχίας τους.

Σημειώνεται ότι, οι δεινόσαυροι -χνουδωτοί και μη- εξαφανίστηκαν πριν από 66 εκατ. χρόνια, πιθανώς λόγω πρόσκρουσης ενός μεγάλου αστεροειδούς στη Γη. Τα πουλιά ήσαν τελικά οι μόνοι δεινόσαυροι που γλύτωσαν από την μαζική καταστροφή.

Ο Δρ Στηβ Μπρουσάτε από το Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου στη Σκωτία αναφέρει ότι οι η άνοδος της στάθμης των ωκεανών, αλλά και η έντονη ηφαιστειακή δραστηριότητα στη Γη εκείνη την περίοδο είχε ήδη καταστήσει τους τρομερούς δεινόσαυρους περισσότερο ευάλωτους.

Επισημαίνει ωστόσο ότι ίσως να είχαν επιβιώσει ως τις μέρες μας εάν ο αστεροειδής συντριβόταν τη Γη μερικά εκατομμύρια χρόνια πριν ή μετά τη διαμόρφωσης αυτών των συνθηκών και κάνει λόγο για «τεράστια γκαντεμιά».

Η μελέτη στην οποία συμμετείχαν 11 ειδικοί από τη Βρετανία, τις  ΗΠΑ και τον Καναδά δημοσιεύεται στην επιθεώρηση «Biological Reviews».

econews

Σχόλια