Πάρνηθα: αναδασώσεις, ελάφια κι αδέσποτα σκυλιά – Επτά χρόνια μετά την καταστροφή

0
1554

Μπορεί να έχουν περάσει επτά χρόνια από την τεράστια καταστροφή του 2007, αλλά η εικόνα του βαριά πληγωμένου Εθνικού Δρυμού της Πάρνηθας προκαλεί ακόμη σφίξιμο στο στήθος.

Η ζωή επιστρέφει στην Πάρνηθα

Η ζωή επιστρέφει στα καμένα με φυσικούς και τεχνητούς τρόπους, αλλά οι απέραντες εκτάσεις που καταστράφηκαν αδυνατούν ακόμη να κρύψουν τις πληγές τους. Στις 28 Ιουνίου 2007 το περίφημο ελατόδασος της πρωτεύουσας παραδόθηκε στις φλόγες.

Τότε κάηκαν 36.338 στρέμματα στον δρυμό, εκ των οποίων τα 21.800 καλύπτονταν από έλατα (κεφαλληνιακή ελάτη) και τα 10.500 από πεύκα (χαλέπιος πεύκη). Επτά χρόνια μετά, ο αγώνας της φύσης και του ανθρώπου συνεχίζεται για την αποκατάσταση του πολύτιμου οικοσυστήματος της Αττικής, κάτι όμως που, όπως είχε προβλεφθεί, δεν θα είναι εύκολο ούτε και σύντομο.

Οι τεχνητές αναδασώσεις των ελάτων, που δεν μπορούν να αναγεννηθούν από μόνα τους, συνεχίζονται με το ποσοστό επιτυχίας να φτάνει σήμερα το 60-65%, το οποίο θεωρείται μεγάλο σε σχέση με τα διεθνή στάνταρ.

Πολλοί σταματούν και ταΐζουν τα ελάφια, κάτι που είναι μεγάλο λάθος κατά τους δασολόγους του βουνού, καθώς τα άγρια ζώα εξοικειώνονται επικίνδυνα με την ανθρώπινη παρουσία.

Από το 2008 έχουν φυτευτεί στα καμένα 150.000 ελατάκια, κοντά σε πόες, πουρνάρια και άλλα αυτοφυή φυτά. Η διαδικασία είναι πολύπλοκη. Πείραμα με σπορά που έγινε απευθείας στο βουνό δεν είχε επιτυχία. Οπως εξηγούν οι ειδικοί του Φορέα Διαχείρισης, η ελάτη είναι ψυχρόβιο είδος, πολύ απαιτητικό σε υγρασία, και αναπτύσσεται με αργούς ρυθμούς κυρίως τα πρώτα 15 χρόνια.

Τρία χρόνια στο φυτώριο

Γι” αυτό τα ελατάκια μεγαλώνουν στο φυτώριο μέσα στον Εθνικό Δρυμό, υπό ελεγχόμενες συνθήκες, και όταν γίνουν τριών ετών φυτεύονται στις πλαγιές της Πάρνηθας. Νωρίτερα δεν αντέχουν και αργότερα δεν μπορούν εύκολα να προσαρμοστούν. Αφού φυτευτούν, ποτίζονται για τρία χρόνια. Και μετά αφήνονται σταδιακά στο φυσικό περιβάλλον με κύριους αντιπάλους την ξηρασία και τη ζέστη.

Στα πιο ξηρά σημεία έχουν φυτευτεί 194.300 φυτά μαύρης πεύκης, ως προδάσος, με την προοπτική στη σκιά τους να φυτευτούν έλατα. Η διαδικασία όμως αυτή σταμάτησε, καθώς παρατηρήθηκε πως ελάφια, στην αναζήτηση τροφής και νερού, τρώνε τα καινούργια, τρυφερά κλαδάκια των πεύκων που ποτίζονται.

Και φυσικά υπάρχουν και οι βραχώδεις εκτάσεις, που δεν είναι λίγες. Εκεί δεν μπορεί να γίνει τεχνητή αναδάσωση. Πολύ πιο ευνοϊκά είναι τα πράγματα για το πευκοδάσος, που αναγεννάται από μόνο του. Ηδη μικρά πευκάκια έχουν εμφανιστεί στις πλαγιές, μαζί με πουρνάρια και άλλη ποώδη βλάστηση. Τα πουρνάρια, λένε δασολόγοι, κάτω από ειδικές συνθήκες θα μπορούσαν να έχουν δενδρόμορφη ανάπτυξη. Από την αλλαγή του περιβάλλοντος επηρεάστηκαν και σπάνια λουλούδια της Πάρνηθας, με αποτέλεσμα να περιοριστούν οι πληθυσμοί τους.

Κι ενώ οι προσπάθειες συνεχίζονται, κανείς δεν μπορεί να εξασφαλίσει την επιτυχία της αναδάσωσης. Ολα εξαρτώνται από τις κλιματικές συνθήκες τα επόμενα αρκετά χρόνια. Προς το παρόν, οι ειδικοί στο βουνό επικεντρώνουν τις προσπάθειές τους στην πυροπροστασία, καθώς, όπως λένε, μια νέα φωτιά θα ήταν η απόλυτη καταστροφή.

Η χαλέπιος πεύκη αναγεννάται μόνη της, χωρίς να χρειάζεται βοήθεια από τον άνθρωπο. Στις καμένες πλαγιές, εκεί όπου υπήρχε πευκοδάσος έχουν ήδη εμφανιστεί μικρά πευκάκια μαζί με πουρνάρια και άλλη ποώδη βλάστηση

Τα ελάφια αναπνέουν ξανά στο δάσος τους

Στα νέα δεδομένα προσαρμόζεται η πανίδα της Πάρνηθας, χωρίς ωστόσο να παρατηρούνται εκπλήξεις ή ανατροπές. «Υπήρξε αλλαγή στη σύνθεση της ορνιθοπανίδας, όπως ήταν αναμενόμενο», σημειώνει ο Παναγιώτης Λατσούδης, περιβαλλοντολόγος και μέλος της Ορνιθολογικής Εταιρείας.

Οπως εξηγεί, ευνοήθηκαν αρπακτικά και άλλα πουλιά που αγαπούν το ανοιχτό περιβάλλον (κορυδαλλοί, τσιχλόνια κ.ά.), ενώ ταυτόχρονα μειώνονται τα πουλιά που προτιμούν το πυκνό δάσος, όπως βασιλίσκοι, ελατοπαπαδίτσες κ.ά. Οσον αφορά την ερπετοπανίδα, διπλωματική εργασία του Τμήματος Βιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών διαπίστωσε αύξηση στους πληθυσμούς των σαυρών.

Την ίδια στιγμή, οι ειδικοί καταγράφουν αύξηση στον πληθυσμό των ελαφιών, που ευνοήθηκαν -καθώς λένε- από τα λιβάδια που δημιουργήθηκαν στα καμένα.

Εκτιμάται πως αυτήν τη στιγμή τα ελάφια κυμαίνονται γύρω στα 1.000 -έως και 1.300 εκτιμούν οι πιο αισιόδοξοι- άτομα στην Πάρνηθα. Δεν είναι καθόλου δύσκολο ή σπάνιο να συναντήσεις ελάφι στον δρόμο. Πολλοί σταματούν και τα ταΐζουν, κάτι που είναι μεγάλο λάθος κατά τους δασολόγους του βουνού, καθώς τα άγρια ζώα εξοικειώνονται επικίνδυνα με την ανθρώπινη παρουσία.

 

Αφήνουν σκυλιά

Ανησυχητικό, ωστόσο, είναι πως ασυνείδητοι εγκαταλείπουν στην περιοχή σκυλιά, με αποτέλεσμα να έχουν δημιουργηθεί αγέλες από αδέσποτα που κυνηγούν και ελάφια προς αναζήτηση τροφής. Δεν λείπουν αυτοί που εκφράζουν ανησυχίες και για την πρόσφατη εμφάνιση αγριογούρουνων στο δάσος, που εικάζεται πως «δραπέτευσαν» από στάνες στην περιοχή του Αυλώνα, επειδή μπορεί με το σκάψιμο να επηρεάσουν την αναδάσωση.

Ωστόσο, προς το παρόν δεν έχει διαπιστωθεί πως συνιστούν απειλή, λένε δασολόγοι που δραστηριοποιούνται στον δρυμό.

Ορισμένοι ισχυρίζονται πως έχει εμφανιστεί και λύκος στην Πάρνηθα. Μέχρι στιγμής, όμως, υπάρχουν μόνο ενδείξεις και όχι αποδείξεις. Τόσο η παρουσία του αγριογούρουνου όσο και η ενδεχόμενη εμφάνιση του λύκου δεν σχετίζονται με τη φωτιά, λένε δασολόγοι, αφού τα μεν «έφυγαν» από στάνη και στη συνέχεια αναπαράχθηκαν, ενώ ο λύκος είχε φτάσει με φυσική διασπορά μέχρι τον Ελικώνα το 2007, όταν ξέσπασε η φωτιά της Πάρνηθας.

Πηγή: Το Έθνος

Σχόλια