Η μύτη «ικανότερο» αισθητήριο όργανο από μάτια και αφτιά – Πιάνει 1 τρισ. μυρωδιές

0
24

Η όσφρηση είναι η ανθρώπινη αίσθηση που συνδέεται περισσότερο με το κέντρο της μνήμης του εγκεφάλου. Πλέον αμερικάνοι επιστήμονες έρχονται να αποδείξουν ότι η μύτη του ανθρώπου μπορεί να διακρίνει ένα τρισεκατομμύριο διαφορετικές μυρωδιές, τη στιγμή που το μάτι μπορεί να διακρίνει 2,3 έως 7,5 εκατομμύρια διαφορετικές αποχρώσεις χρώματος και το αφτί να ακούσει περίπου 340.000 διαφορετικές τονικότητες.

Προηγούμενες μελέτες που χρονολογούνται από τη δεκαετία του 1920 θεωρούσαν τη μύτη ως ένα μάλλον «παρακατιανό» αισθητήριο όργανο καθώς της απέδιδαν την ικανότητα να αναγνωρίσει μόλις 10.000 διαφορετικές μυρωδιές.

Πλέον ερευνητές του Εργαστηρίου Νευρογενετικής και Συμπεριφοράς, του Πανεπιστημίου Ροκφέλερ, με επικεφαλής τον Δρ Αντρεας Κελερ, δεν αποκλείουν ότι ακόμα και το ένα τρισεκατομμύριο μυρωδιών μπορεί να υποεκτιμά τις δυνατότητες της μύτης.

—Το πείραμα

Στη μελέτη συμμετείχαν 26 εθελοντές, άνδρες και γυναίκες, που κλήθηκαν να διακρίνουν ανάμεσα σε πολύπλοκα μείγματα οσμών από 128 διαφορετικά μόρια.

Συμπέρασμα της μελέτης είναι ότι η οσφρητική ικανότητα διαφέρει σημαντικά από άνθρωπο σε άνθρωπο. Ένας άνθρωπος-λαγωνικό μπορεί να διακρίνει πάνω από ένα τρισεκατομμύριο διαφορετικές μυρωδιές, τη στιγμή που μια ,η εξασκημένη μύτη «πιάνει» μόνο 80 εκατομμύρια οσμές.

Η διάκριση ανάμεσα σε δύο διαφορετικές οσμές είναι εφικτή όταν διαφέρουν κατά το ήμισυ τουλάχιστον στα συστατικά τους.

Για παράδειγμα, η μυρωδιά του τριαντάφυλλου αποτελείται από 275 επιμέρους συστατικά, από τα οποία μόνο ένα μικρό ποσοστό γίνεται αντιληπτό από τη μύτη μας (που διαθέτει 400 οσφρητικούς υποδοχείς) και τον εγκέφαλο που κάνει την τελική επεξεργασία.

Συμπέρασμα των επιστημόνων είναι ότι η αλλαγή του τρόπου ζωής του ανθρώπου και η απομάκρυνσή του από το φυσικό περιβάλλον έχουν προκαλέσει μια σχετική «ατονία» του οσφρητικού οργάνου, τη στιγμή που η όραση και η ακοή παραμένουν οξυμένες (βλ. τηλεόραση, ηλεκτρονικοί υπολογιστές κλπ).

Η μελέτη δημοσιεύεται στην επιθεώρηση Science.

econews

Σχόλια