Κρέας αλόγου: η κατάσταση έναν χρόνο μετά το σκάνδαλο

0
176

Πριν από έναν περίπου χρόνο, το σκάνδαλο με το κρέας αλόγου έγινε πρωτοσέλιδο σε όλη την Ευρώπη, αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο. Το γεγονός ότι κρέας αλόγου είχε διατεθεί ως βόειο έφερε στην επιφάνεια τον περίπλοκο χαρακτήρα της παγκοσμιοποιημένης αλυσίδας εφοδιασμού τροφίμων. Τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν δεν έδειξαν να υπάρχει θέμα ασφάλειας των τροφίμων ή δημόσιας υγείας, αλλά μάλλον θέμα παραπλανητικής επισήμανσης. Αποκαλύφθηκε, επίσης, ότι διάφοροι απατεώνες είχαν επωφεληθεί από τις αδυναμίες του συστήματος, σε βάρος τόσο των νομοταγών επιχειρήσεων όσο και των καταναλωτών. Η μεταποιητική βιομηχανία τροφίμων της Ευρώπης αντιμετώπισε κρίση εμπιστοσύνης των καταναλωτών και η εμπιστοσύνη στον εν λόγω κλάδο καταβαραθρώθηκε. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, μαζί με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών της ΕΕ, συνεργάστηκαν στενά για να διερευνήσουν τον τρόπο με τον οποίο το κρέας αλόγου βρέθηκε σε προϊόντα τροφίμων που έφεραν την επισήμανση «100 % βόειο κρέας».

1) Με ποιο τρόπο αντέδρασε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο σκάνδαλο;
Αρχικά, ο Επίτροπος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για θέματα υγείας, κ. Tonio Borg, αντέδρασε ανακοινώνοντας, στις αρχές Μαρτίου του 2013, σχέδιο δράσης πέντε σημείων που προέβλεπε κατάλογο δράσεων που θα έπρεπε να υλοποιηθούν σε βραχυπρόθεσμο, μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Σκοπός ήταν να αντιμετωπιστούν οι ελλείψεις που επισημάνθηκαν στην αλυσίδα εφοδιασμού τροφίμων της Ευρώπης ύστερα από την αποκάλυψη του σκανδάλου, είτε αυτές αφορούν το σύνολο των κανόνων που εφαρμόζονται στα διάφορα τμήματα της αλυσίδας είτε το σύστημα ελέγχου μέσω του οποίου εφαρμόζονται οι κανόνες.

2) Ποια ήταν τα κύρια διδάγματα που αντλήθηκαν;
Αρκετά είναι τα διδάγματα που αντλήθηκαν από την απάτη με το κρέας αλόγου. Το πιο σημαντικό είναι ίσως ότι οι μεγάλης κλίμακας διασυνοριακές απάτες που εκμεταλλεύονται τις αδυναμίες μιας όλο και πιο παγκοσμιοποιημένης αλυσίδας εφοδιασμού σε τρόφιμα μπορεί να έχουν αντίκτυπο, σε πολύ μεγάλο βαθμό, στους καταναλωτές και στους επιχειρηματίες και, κατά συνέπεια, στην οικονομία. Απαιτείται συνεπώς διαρκής επαγρύπνηση από τους οικονομικούς φορείς και τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών όσον αφορά την απάτη με οικονομικά κίνητρα, που μπορεί να διαπραχθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της αλυσίδας εφοδιασμού τροφίμων.

Η κρίση που προκλήθηκε εξαιτίας του κρέατος αλόγου επιβεβαίωσε επίσης την ανάγκη να βελτιωθεί η διασυνοριακή συνεργασία μεταξύ των εθνικών αρχών επιβολής της νομοθεσίας, που είναι απαραίτητή για την αποτελεσματική αντιμετώπιση με της απάτης, καθώς και την ανάγκη να δραστηριοποιηθούν κατά της απάτης που αφορά τα τρόφιμα, όχι μόνο οι υπηρεσίες επιθεώρησης των τροφίμων αλλά και οι άλλες αρχές επιβολής του νόμου (π.χ. αστυνομία, τελωνειακές υπηρεσίες) και οι δικαστικές αρχές.

Τέλος, η περσινή κατάσταση κατέδειξε περαιτέρω την ανάγκη να ενισχυθεί η ικανότητα του συστήματος ελέγχου στο σύνολό του, για να αξιολογείται σε πρώιμο στάδιο ο πιθανός κίνδυνος απάτης στα διάφορα τμήματα της αλυσίδας εφοδιασμού τροφίμων (με βάση τα χαρακτηριστικά των τροφίμων, τις διαδικασίες παραγωγής, τις λεπτομέρειες των διαφόρων σταδίων κατά μήκος της αλυσίδας εφοδιασμού τροφίμων, τις τιμές και τις διακυμάνσεις τους με την πάροδο του χρόνου), καθώς και η ικανότητα των εθνικών φορέων επιβολής, με σκοπό την ανίχνευση– και την πρόληψη — πιθανών κρουσμάτων απάτης. Ζωτικής σημασίας είναι, φυσικά, στο πλαίσιο αυτό, να υπάρχουν ορθές μέθοδοι για την ανίχνευση περιπτώσεων νόθευσης και να είναι δυνατόν να προβλέπονται, κατά το δυνατόν, οι «ευκαιρίες» για απάτη κατά μήκος της αλυσίδας (π.χ. η διαθεσιμότητα και η πρόσβαση σε ουσίες νόθευσης που μπορούν εύκολα να συγκαλυφθούν και να μην ανιχνευτούν από τις τρέχουσες αποδεκτές μεθόδους δοκιμής).

3) Πέρα από την αντιμετώπιση του σκανδάλου με το κρέας αλόγου: τι έχει επιτύχει η Επιτροπή;
-Τέθηκαν σε εφαρμογή διάφορες πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση ζητημάτων που έφερε στο φως το συγκεκριμένο σκάνδαλο με το κρέας αλόγου και για την ενίσχυση του συστήματος ελέγχου της ΕΕ στο σύνολό του για την ανίχνευση και την αντιμετώπιση παραβάσεων των κανόνων, οι οποίες έχουν ως κίνητρο την προοπτική χρηματικού ή οικονομικού κέρδους εκ μέρους των παραβατών.

Οι ενέργειες που υλοποιήθηκαν μέχρι στιγμής περιλαμβάνουν:

-τη δημιουργία ενός δικτύου της ΕΕ για την καταπολέμηση της απάτης στον τομέα των τροφίμων, απαρτιζόμενου από εκπροσώπους της Επιτροπής και των κρατών μελών (συν της Ισλανδίας, της Νορβηγίας και της Ελβετίας), στο πλαίσιο του οποίου εξετάστηκαν μέσα και τρόποι για την ενίσχυση του συντονισμού μιας ενιαίας προσέγγισης σε επίπεδο ΕΕ για θέματα απάτης και το οποίο είναι σε θέση να αντιμετωπίσει με πιο αποτελεσματικό τρόπο διασυνοριακές υποθέσεις.

-την ανάπτυξη (οι εργασίες βρίσκονται ακόμα εν εξελίξει) εξειδικευμένου εργαλείου πληροφορικής, παρόμοιου με το RASFF (σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης για τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές), που να επιτρέπει στα μέλη του δικτύου να προβαίνουν σε ταχεία ανταλλαγή πληροφοριών και στοιχείων για πιθανές περιπτώσεις διασυνοριακής απάτης

-την εξειδικευμένη κατάρτιση που προσφέρεται από το 2014 σε επιθεωρητές τροφίμων, αστυνομικούς και τελωνειακούς υπαλλήλους, καθώς και στις δικαστικές αρχές, όσον αφορά νέες τεχνικές έρευνας/ελέγχου που συνδέονται με την απάτη στον τομέα των τροφίμων και την πιο αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ των οργανισμών σε εθνικό επίπεδο

-την ιδιαίτερη προσοχή που δίνεται σε επίπεδο ΕΕ στην ανάγκη ανάπτυξης ικανοτήτων εργαστηριακής ικανότητας ανάλυσης, μέσω της συγκέντρωσης γνώσεων και πόρων που υπάρχουν στα κράτη μέλη και την ανάπτυξη εξειδικευμένων ερευνητικών προγραμμάτων

-τη νομοθετική πρόταση για επανεξέταση του νομικού πλαισίου που εφαρμόζεται στους επίσημους ελέγχους κατά μήκος της αλυσίδας των γεωργικών προϊόντων διατροφής, καθώς και μια μελέτη που είχε προγραμματιστεί το 2014 σχετικά με το νομικό πλαίσιο που διέπει σήμερα την καταπολέμηση των παραπλανητικών και των δόλιων πρακτικών

-τον καλύτερο συντονισμό, σε επίπεδο ΕΕ, όλων των υπηρεσιών που ασχολούνται με θέματα που αφορούν την απάτη στον τομέα των τροφίμων και τη σύσταση μιας ειδικής ομάδας εντός της Επιτροπής (Γενική Διεύθυνση Υγείας και Καταναλωτών).

4) Τι είναι το «δίκτυο της ΕΕ για την καταπολέμηση της απάτης στον τομέα των τροφίμων» και ποιος είναι ο σκοπός που εξυπηρετεί;
Το δίκτυο της ΕΕ για την καταπολέμηση της απάτης στον τομέα των τροφίμων, που συστήθηκε τον Ιούλιο του 2013 ύστερα από το σκάνδαλο με το κρέας αλόγου, περιλαμβάνει τα 28 εθνικά σημεία επαφής για την καταπολέμηση της απάτης στον τομέα των τροφίμων συν τα μη κράτη μέλη της ΕΕ, Ισλανδία, Νορβηγία, Ελβετία), την Europol, και την Επιτροπή (Γενική Διεύθυνση Υγείας και Καταναλωτών). Τα εθνικά σημεία επαφής είναι οι αρχές που ορίζονται από κάθε κράτος μέλος της ΕΕ για να εξασφαλίζουν τη διασυνοριακή διοικητική αρωγή και συνεργασία, όταν απαιτείται δράση σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη, για τις υποθέσεις που σχετίζονται με παραβιάσεις των απαιτήσεων της νομοθεσίας περί τροφίμων που έχουν οικονομικά κίνητρα.

Το δίκτυο επιτρέπει την ταχεία και αποτελεσματική συνεργασία σε περιπτώσεις διασυνοριακών παραβιάσεων της νομοθεσίας. Έχει ήδη αρχίσει να ασχολείται με υποθέσεις δυνητικής απάτης όσον αφορά τα τρόφιμα και χρησιμοποιείται επίσης ως φόρουμ συζήτησης σχετικά με τον συντονισμό και τον καθορισμό των προτεραιοτήτων δράσης σε επίπεδο ΕΕ όσον αφορά θέματα απάτης στον τομέα των τροφίμων. Το δίκτυο συνεδριάζει σε τακτική βάση: συνεδρίασε δύο φορές το 2013 και η επόμενη συνεδρίαση έχει προγραμματιστεί για το δεύτερο τρίμηνο του 2014.
Εκτός από τις εν λόγω συνεδριάσεις, τα εθνικά σημεία επαφής του δικτύου και η Επιτροπή βρίσκονται σε διαρκή επικοινωνία. Ανταλλάσσουν πληροφορίες σε περιπτώσεις όπου τα αποτελέσματα των επίσημων ελέγχων σε ένα κράτος μέλος δείχνουν ότι υπάρχει πιθανότητα παραβίασης των απαιτήσεων της νομοθεσίας περί τροφίμων για λόγους οικονομικού ή χρηματικού οφέλους. Η Επιτροπή εργάζεται επί του παρόντος για την ανάπτυξη ενός εξειδικευμένου εργαλείου πληροφορικής, παρόμοιου με το RASFF, για την ευκολότερη και αποδοτικότερη διαχείριση του συστήματος.

5) Σκοπεύει η Επιτροπή να δρομολογήσει περαιτέρω προγράμματα δοκιμών σε επίπεδο ΕΕ;
Πέρα από το συντονισμένο σχέδιο ελέγχου για το κρέας αλόγου που ξεκίνησε το 2013 (περισσότερες από 7000 δοκιμές που αποσκοπούν στην ανίχνευση της παρουσίας DNA και φαινυλοβουταζόνης διενεργήθηκαν από τα κράτη μέλη κατά την περίοδο Φεβρουαρίου- Μαρτίου 2013), η Επιτροπή εξετάζει τη δυνατότητα ανάπτυξης σχεδίων που θα συντονίζονται σε επίπεδο ΕΕ.

Τα σχέδια αυτά αντιπροσωπεύουν έναν από τους διάφορους άξονες δράσης για την ενίσχυση της ικανότητας των κρατών μελών να εντοπίζουν πιθανές περιπτώσεις απάτης και να προσδιορίζουν καλύτερα την κλίμακα των δολίων πρακτικών. Τα σχέδια αυτά θα αναπτυχθούν με βάση τις πληροφορίες που λαμβάνονται από τα κράτη μέλη, καθώς και από άλλες πηγές, και θα εξεταστούν στο πλαίσιο του δικτύου της ΕΕ για την καταπολέμηση της απάτης στον τομέα των τροφίμων.

6) Γιατί η Επιτροπή δεν πρότεινε να οριστεί η υποχρεωτική επισήμανση της προέλευσης για το κρέας που χρησιμοποιείται ως συστατικό;
Η Επιτροπή επιθυμεί να είναι σαφές ότι η επισήμανση της χώρας προέλευσης δεν μπορεί να θεωρηθεί εργαλείο για την πρόληψη δόλιων πρακτικών. Η έκθεση της Επιτροπής που εκδόθηκε τον Δεκέμβριο του 2013, εξετάζει κατά πόσον θα πρέπει να επεκταθεί η υποχρεωτική επισήμανση της προέλευσης σε όλους τους τύπους κρέατος που χρησιμοποιείται ως συστατικό. Η έκθεση έλαβε υπόψη: την ανάγκη για ενημέρωση του καταναλωτή, τη σκοπιμότητα της υποχρεωτικής επισήμανσης της προέλευσης, ανέλυσε το κόστος και τα οφέλη και αξιολόγησε τον αντίκτυπο της επισήμανσης της προέλευσης στην ενιαία αγορά και στο διεθνές εμπόριο. Η έκθεση εξετάζεται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα κράτη μέλη της ΕΕ και, ανάλογα με το αποτέλεσμα των συζητήσεων, η Επιτροπή θα εξετάσει ποια περαιτέρω μέτρα που πρέπει, ενδεχομένως, να ληφθούν.

7) Ποιος είναι επιφορτισμένος να ελέγχει ότι τα τρόφιμα που καταναλώνουμε είναι ασφαλή και υγιεινά;
Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων τροφίμων (μεταποιητές, διανομείς και λιανοπωλητές) που έχουν πραγματικό έλεγχο των προϊόντων και διαδικασιών στην πράξη φέρουν την πρωταρχική ευθύνη να διασφαλίζει ότι οι αυστηρές απαιτήσεις της νομοθεσίας τροφίμων της ΕΕ πληρούνται.

Τα κράτη μέλη της ΕΕ είναι υπεύθυνα για την ορθή επιβολή των κανόνων της Ένωσης και απαιτείται να διαθέτουν συστήματα ελέγχου, συμπεριλαμβανομένων των προγραμμάτων επιθεώρησης των επιχειρήσεων, για να εξακριβώνεται η συμμόρφωση με τους κανόνες της αλυσίδας των γεωργικών προϊόντων διατροφής της ΕΕ. Αναλαμβάνοντας ελέγχους σε εθνικό επίπεδο, το Ευρωπαϊκό Γραφείο Τροφίμων και Κτηνιατρικών Θεμάτων της Επιτροπής (ΓΤΚΘ) με έδρα το Grange της Ιρλανδίας, είναι υπεύθυνο για να διασφαλιστεί ότι τα κράτη μέλη και οι τρίτες χώρες που πραγματοποιούν εξαγωγές προς την ΕΕ συμμορφώνονται με τις νομικές υποχρεώσεις τους.

Όταν πρόκειται για δραστηριότητες που αντίκεινται ή που φαίνεται ότι αντίκεινται στη νομοθεσία περί ζωοτροφών και τροφίμων, και έχουν, ή θα μπορούσαν να έχουν επιπτώσεις σε πολλά κράτη μέλη ή, στις περιπτώσεις που δεν μπορεί να δοθεί λύση σε επίπεδο κράτους μέλους, ο ρόλος της Επιτροπής είναι να συντονίζει τη δράση σε επίπεδο ΕΕ, για παράδειγμα με τη μορφή ενός καλά συντονισμένου προγράμματος ελέγχου.

Σχόλια