Ο προπάππους των σύγχρονων Ευρωπαίων ήταν μελαψός!

0
12

hunter gathererΟ κυνηγός-τροφοσυλλέκτης, πρόγονος των σημερινών Ευρωπαίων που ζούσε πριν από 7.000 χρόνια είχε σκούρο δέρμα και μπλε μάτια, ενώ γενετικά συνδέεται πιο στενά με τους σύγχρονους Σουηδούς και Φινλανδούς.

Προς μεγάλη έκπληξη των επιστημόνων από το Ινστιτούτο Εξελικτικής Βιολογίας της Βαρκελώνης, η τελευταία γενετική έρευνά τους -πάνω σε δύο σκελετούς κυνηγών-τροφοσυλλεκτών που ανακαλύφθηκαν σε μια σπηλιά της βορειοδυτικής Ισπανίας το 2006- έδειξε ότι οι πρόγονοί μας είχαν τον ασυνήθιστο συνδυασμό σκουρόχρωμου δέρματος με μπλε μάτια. Μια πιθανή εξήγηση γι” αυτό είναι ότι το πιο ανοιχτό χρώμα δέρματος εξελίχθηκε πολύ αργότερα απ” ό,τι είχε αρχικά υποτεθεί.

Οι δροσερές, σκοτεινές συνθήκες της σπηλιάς στην οποία διέμενε συνέβαλλαν στο να διατηρηθούν τα λείψανα σε πολύ καλή κατάσταση, κάτι το οποίο διευκόλυνε τους επιστήμονες να εξάγουν το DNA από το δόντι ενός σκελετού, ώστε να εξετάσουν τα γονίδιά του.

Μέχρι τώρα, οι επιστήμονες πίστευαν πως οι πρώτοι Ευρωπαίοι έγιναν “χλωμοί” αμέσως αφού εγκατέλειψαν την Αφρική και μετακινήθηκαν προς την ηπειρωτική Ευρώπη πριν από 45.000 χρόνια. Αυτό θα οφειλόταν στο ότι ο άνθρωπος πήγε από την Αφρική σε υψηλότερα γεωγραφικά πλάτη, όπου η ακτινοβολία είναι πολύ χαμηλή, επομένως έπρεπε να συνθέσει τη βιταμίνη D με αποτέλεσμα το δέρμα του να γίνει πιο ανοιχτό αρκετά σύντομα. Αυτό, όμως, δεν συνέβη, καθώς ο πρόγονος που βρέθηκε ήταν ήδη ευρωπαίος κάτοικος γύρω στα 40.000 χρόνια και το δέρμα του είχε παραμείνει σκούρο.

Οι επιστήμονες κρίνουν πως πρόκειται για ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον εύρημα, καθώς -ενώ το δέρμα των περισσότερων σύγχρονων Ευρωπαίων είναι λευκό– τα αποτελέσματα της έρευνας δείχνουν πως το χρώμα αυτό δεν αναπτύσσεται τα τελευταία 7.000 χρόνια.

Το δεύτερο σημαντικό στοιχείο της μελέτης είναι ότι αναφέρει το πρώτο γονιδίωμα Ευρωπαίου πριν την εμφάνιση της γεωργίας. Οι πρόγονοί μας φαίνεται να τρέφονταν κυρίως με πρωτεΐνες και το DNA τους αποκαλύπτει ότι είχαν δυσανεξία στη λακτόζη, όπως και στο άμυλο.

Η πλήρης έρευνα είναι δημοσιευμένη στο διακεκριμένο περιοδικό Nature.

econews

Σχόλια