Ανανεώσιμη Ενέργεια-ΣΠΕΦ: οι δυνατότητες και το κόστος κεντρικής αποθήκευσης στην Ελλάδα

0
9

Κατόπιν πρόσκλησης ο Πρόεδρος του ΣΠΕΦ κος Στέλιος Λουμάκης παρέστη ομιλητής σε Συμπόσιο με θέμα «Περιβάλλον, Ενέργεια, Τεχνολογία» που συνδιοργάνωσαν το Ίδρυμα Κεφαλλονιάς – Ιθάκης και το Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας σε συνεργασία με το ΤΕΙ Ιονίων Νήσων.  Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στο Αργοστόλι Κεφαλλονιάς το Σάββατο 30 Νοεμβρίου με την συμμετοχή πολλών έγκριτων επιστημονικών φορέων.

Στην παρουσίαση του ο Πρόεδρος του ΣΠΕΦ αναφέρθηκε καταρχήν στις συνθήκες υπερδυναμικότητας που διαμορφώνονται στην χονδρεμπορική αγορά, με αναμενόμενη ίσως περαιτέρω επίταση τους ως συνέπεια της ύφεσης στην ζήτηση, της παραμονής του φθηνού λιγνίτη στο ενεργειακό μείγμα λόγω της οικονομικής κρίσης, αλλά και της περαιτέρω διείσδυσης των ΑΠΕ με κατεύθυνση τον συνολικό εθνικό στόχο του 2020 που αφορά διείσδυση ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή 40%.  Με βάση τα στοιχεία του ΑΔΜΗΕ η συνολική συμμετοχή ΑΠΕ στο διασυνδεδεμένο στο 10μηνο Ιαν – Οκτ 2013 σε όρους παραγόμενης ενέργειας περιλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών βρίσκεται σήμερα στο 29%.

Στο πλαίσιο αυτό και με στόχο τον περιορισμό των φαινομένων απόρριψης ανανεώσιμης ενέργειας (αναγκαστικές αποζεύξεις) η κεντρική αποθήκευση στο σύστημα προβάλλει ως η ενδεδειγμένη λύση, αφού έτσι θα καταστεί δυνατή η εξομάλυνση της στοχαστικότητας και του ετεροχρονισμού των ΑΠΕ ως προς τις ανάγκες κατανάλωσης σε πραγματικό χρόνο.  Ωστόσο πανάκειες τεχνικά και οικονομικά δεν υφίστανται και στο πλαίσιο αυτό η σχετική ενεργειακή μελέτη του ΕΜΠ για το διασυνδεδεμένο σύστημα που εκπονήθηκε για λογαριασμό της ΡΑΕ αναφορικά με την αντλησιοταμίευση είναι ενδεικτική.

Προσομοιώνεται συγκεκριμένα στη μελέτη ΕΜΠ το έτος 2025 με εκτιμώμενη τότε ζήτηση στο διασυνδεδεμένο 68 TWh (από 53 TWh σήμερα), ετήσια αιχμή ζήτησης 12,5 GW (από περίπου 9,5 GW σήμερα) και συνολική εγκατεστημένη ισχύ θερμική και ΑΠΕ 24,5 GW (από 17 GW σήμερα).  Δέον να σημειωθεί πως ο λιγνίτης προβλέπεται στην μελέτη να παραμείνει περίπου σταθερός αλλά και με αυξητική τάση σε εγκατεστημένη ισχύ τότε 5 GW από 4,5 GW που είναι σήμερα, ενώ το φυσικό αέριο σταθερό στα 5 GW δηλαδή όσο και τώρα.  Όσον αφορά τις ΑΠΕ προβλέπεται σταθερότητα στα μεγάλα υδροηλεκτρικά (ΥΗΣ) με 3,1 GW, στα αιολικά ανάπτυξη στα 7 GW από 1,8 GW σήμερα, στα φωτοβολταϊκά 3,5 GW από 2,5 GW σήμερα και στις λοιπές ΑΠΕ 0,85 GW συνολικά.  Το μείγμα της ανωτέρω εγκατεστημένης ισχύος αποφέρει συνολική διείσδυση ΑΠΕ περίπου 47%, με το 37% να προέρχεται από τις «μικρές» ΑΠΕ και το 10% από τα μεγάλα υδροηλεκτρικά.

Υπό συνθήκες έλλειψης αποθήκευσης λοιπόν για το 2025, η μελέτη προβλέπει στο σύστημα (ΥΤ – υψηλή τάση) αναγκαστικές από τον διαχειριστή περικοπές αιολικής παραγωγής 20% ενώ με προσθήκη Αντλησιοταμίευσης δυναμικότητας 1 GW στο σύστημα, το ποσοστό των απορρίψεων θα κυμαίνεται στο 14% και η αποθηκευόμενη στους ταμιευτήρες ενέργεια από αιολικά στο 7,5%.

Αναφορικά με το τι θα συμβεί στα φωτοβολταϊκά, η μελέτη παραπέμπει σε περαιτέρω ανάγκη διερεύνησης.  Άλλωστε η ιδιαιτερότητα διασύνδεσης των Φ/Β στο μη on-line ελεγχόμενο από τον διαχειριστή δίκτυο χαμηλής (ΧΤ) και μέσης τάσης (ΜΤ) αλλά και η συγκεντρωτική χρονικά λειτουργία τους καθιστά επί του παρόντος δύσκολες τις εκτιμήσεις, ενόσω οι επιλογές διμερούς συνδιαλλαγής τους με τον ταμιευτήρα φαντάζουν μάλλον ανέφικτες.  Επιπλέον η μελέτη εν είδει «αίτιου – αιτιατού» προκρίνει για την βιωσιμότητα της Αντλησιοταμίευσης την οπωσδήποτε επιθετική ανάπτυξη των ΑΠΕ, ώστε επιτείνοντας την υπερδυναμικότητα να υπάρχει αντικείμενο λειτουργίας για τον Αποθηκευτικό Σταθμό.  Αξίζει να σημειωθεί τέλος πως τα ανωτέρω ποσοστά απορρίψεων απορρέουν μόνο από το ισοζύγιο ισχύος παραγωγής – ζήτησης και δεν συμπεριλαμβάνουν αδυναμίες απορρόφησης ενέργειας από το δίκτυο λόγω επιμέρους συνθηκών υπερφόρτωσης του, που προφανώς θα προκύψουν και φυσιολογικά αναμένεται να αυξήσουν επιπρόσθετα τις αναγκαστικές αποζεύξεις.

Στην βάση της ανωτέρω μελέτης η ΡΑΕ δημοσίευσε πρόταση νομοθετικού πλαισίου όσον αφορά την λειτουργία των μονάδων κεντρικής αποθήκευσης.  Προβληματισμό ωστόσο δημιουργεί ο επιμερισμός του κόστους λειτουργίας των Αποθηκευτικών Σταθμών αυτών (ΑΣ), ο οποίος στο σκέλος εξυπηρέτησης των ΑΠΕ κατανέμεται σε βάρος των παραγωγών αφού για κάθε περισωζόμενη kWh θα καταβάλλεται το 60 – 70% της απολαμβανόμενης ταρίφας.

Το επιχείρημα που διατυπώνεται για την επιλογή αυτή αφορά την «προστασία» του Ειδικού Λογαριασμού ΑΠΕ και των καταναλωτών από τις αντιστοιχούσες αυξήσεις.  Στην πρόταση μάλιστα του Ρυθμιστή προβλέπεται δυνατότητα άλλης (προφανώς ευνοϊκότερης) τιμολόγησης της περισωζόμενης ανανεώσιμης ενέργειας μόνο όμως στην βάση ύπαρξης διμερούς συμφωνίας μεταξύ του παραγωγού και του ταμιευτήρα. Η δυνατότητα ωστόσο αυτή τεχνικά και φυσιολογικά αναμένεται να περιορίζεται και να αφορά πολύ μικρό τμήμα παραγωγών, πέραν όσων θα αναπτύξουν τους αποθηκευτικούς σταθμούς αυτούς διαθέτοντας παράλληλα και μονάδες ΑΠΕ στην ΥΤ.   Για την οικονομική περαιτέρω ενίσχυση των ΑΣ προβλέπεται η δυνατότητα παροχής υψηλών ΑΔΙ (αντίστοιχων των ευέλικτων μονάδων) αλλά και δικαιωμάτων CO2, ενώ η χρήση τους θα είναι μικτή εκμεταλλευόμενοι και το arbitrage συμβατικής ενέργειας, δηλαδή αποθήκευσης και μεταφοράς της από ώρες φθηνής παροχής στις ώρες της ακριβής αιχμής.

Υπό το ανωτέρω πλαίσιο επιβάρυνσης των παραγωγών ΑΠΕ, 60 – 70% περικοπή της ταρίφας για τις KWh που θα αποθηκεύονται πλέον όσων δεν θα υπάρχει καν αυτή η δυνατότητα και θα χάνονται και αυτό δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί λόγω και του παράγοντα «δίκτυο», κατέληξε ο κος Λουμάκης, δεν είναι αυτονόητη η προώθηση από τους επενδυτές της προκρινόμενης από την μελέτη «επιθετικής» ανάπτυξης των ΑΠΕ.

«Σε κάθε περίπτωση η πράσινη ανάπτυξη δεν είναι δεδομένη υπό οποιοδήποτε οικονομικό όρο και προφανώς δεν γίνεται στο όνομα των επενδυτών-παραγωγών ή των κατασκευαστών, αλλά στων τελικών καταναλωτών οι οποίοι απολαμβάνοντες τον καθαρό «βιολογικό» ηλεκτρισμό, εφόσον τον επιθυμούν, πρέπει και να τον πληρώνουν» επισημαίνει ο ΣΠΕΦ.

«Χωρίς να υπερθεματίζουμε υπέρ του κόστους των ΑΠΕ, οι οποίες για την στο εξής ζητούμενη αυξημένη διείσδυση εισέρχονται με ούτως ή άλλως ιδιαίτερα φθηνό τιμολόγιο, είναι αυτονόητο ότι η παραγωγή τους δεν μπορεί εξαρχής να καθίσταται φθηνότερη των πολλαπλά επιδοτούμενων ορυκτών καυσίμων ακόμη και για «χάρη» του Αποθηκευτικού Σταθμού» καταλήγει ο σύνδεσμος.

Σχόλια