Οι ΑΠΕ «μονόδρομος»- Δεν αυξάνουν το κόστος του ρεύματος λένε οι Οικολόγοι Πράσινοι

0
9

Πηγή άδικης επιβάρυνσης των καταναλωτών και βασική αιτία του ελλείμματος του λογαριασμού Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας είναι ο τρόπος υπολογισμού του Ειδικού Τέλους Μείωσης Εκπομπών Αέριων Ρύπων (ΕΤΜΕΑΡ)”, τονίζει ο Νίκος Χρυσόγελος, ευρωβουλευτής των Οικολόγων Πράσινων/ Ομάδα των Πράσινων στο Ευρωκοινοβούλιο, σε ερώτηση που κατέθεσε από κοινού με Πράσινους ευρωβουλευτές και μέλη της Επιτροπής Βιομηχανίας, Έρευνας και Ενέργειας Claude Turmes  και Reinhard Bütikofer.

«Η Επιτροπή συμφωνεί ότι οι προσπάθειες αυτές [για τη μεταρρύθμιση των επιμέρους διακανονισμών τιμολόγησης και χρηματοδότησης στο σύνολο του ελληνικού ενεργειακού τομέα] πρέπει να διασφαλίζουν την ορθή αναπαράσταση και κατανομή των δαπανών ώστε να ελαχιστοποιείται η επιβάρυνση των καταναλωτών ενέργειας», απαντάει ο Επίτροπος Βιομηχανίας, Έρευνας και Ενέργειας Günther Oettinger στην ερώτηση, και συμφωνώντας με το Νίκο Χρυσόγελο για την ανάγκη μεταρρύθμισης των επιμέρους διακανονισμών τιμολόγησης και χρηματοδότησης στο σύνολο του ελληνικού ενεργειακού τομέα. Και καταλήγει ότι “η Επιτροπή πρότεινε στις ελληνικές αρχές ολοκληρωμένο πρόγραμμα τεχνικής βοήθειας που θα μπορούσε να δρομολογηθεί σύντομα”.

Στο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής (ΜΠΔΣ) 2013-2016, και προκειμένου να εξαλειφθεί μέχρι το τέλος του Δεκεμβρίου του 2013 το έλλειμμα του Ειδικού Λογαριασμού για τις ΑΠΕ μέσω του οποίου αποζημιώνονται οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ, η κυβέρνηση επέλεξε να επιβάλλει, με αναδρομική ισχύ, έκτακτη ειδική εισφορά στα φωτοβολταϊκά συστήματα από 25%-30%, και 10% στις υπόλοιπες ΑΠΕ. Ένα, τουλάχιστον, βιαστικό μέτρο δεδομένου ότι η ποσοστιαία επιβάρυνση των φωτοβολταϊκών δεν αντιστοιχίζεται δίκαια με το κόστος τους τη χρονική περίοδο που αυτά εγκαταστάθηκαν.

Στην ερώτησή του ο Νίκος Χρυσόγελος έχει αναδείξει έναν εναλλακτικό τρόπο, που όχι μόνο αντιμετωπίζει αποτελεσματικά το έλλειμμα του λογαριασμού ΑΠΕ χωρίς να πλήττει τις ΑΠΕ αλλά ταυτόχρονα διορθώνει και την αδικία εις βάρος των καταναλωτών.

Ο εναλλακτικός τρόπος διορθώνει την υφιστάμενη στρέβλωση στον τρόπο υπολογισμού του ΕΤΜΕΑΡ. Πιο συγκεκριμένα προτείνει, το Ειδικό Τέλος Μείωσης Εκπομπών Αέριων Ρύπων (ΕΤΜΕΑΡ)” να υπολογίζεται ως η διαφορά ανάμεσα στην εγγυημένη τιμή και την Οριακή Τιμή Συστήματος (ΟΤΣ) που θα πλήρωναν οι προμηθευτές χωρίς την παραγωγή από ΑΠΕ. Σήμερα, η ΟΤΣ υπολογίζεται μετά την ενσωμάτωση των ΑΠΕ, με αποτέλεσμα να διατηρείται τεχνητά χαμηλή. Στην τεχνητά χαμηλή ΟΤΣ συνεισφέρουν και άλλοι παράγοντες καθώς ο υπολογισμός της  δεν περιλαμβάνει άλλες πληρωμές σε συμβατικούς παραγωγούς μέσω των μηχανισμών διαθεσιμότητας ισχύος και ανάκτησης μεταβλητού κόστους, τα οποία προσθέτουν έως και 20% του κόστους συμβατικής παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.

Έτσι, το κακό καταλήγει να είναι διπλό και να οδηγεί σε ένα φαύλο κύκλο: ο καταναλωτής επιβαρύνεται άδικα το κόστος που θα έπρεπε να βαρύνει τους προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας ενώ ταυτόχρονα ο λογαριασμός ΑΠΕ καταλήγει να είναι ελλειμματικός, πράγμα που οδηγεί μεταξύ άλλων και σε περαιτέρω αυξήσεις του ΕΤΜΕΑΡ (σαν την πρόσφατη), οι οποίες επιβαρύνουν εκ νέου τους ανυποψίαστους καταναλωτές. ΟΙ τελευταίοι συνήθως αποδίδουν λανθασμένα τις αυξήσεις του ΕΤΜΕΑΡ στο μύθο των ακριβών ΑΠΕ ενώ υπάρχει μελέτη του ΙΟΒΕ που δείχνει ότι «η συνδρομή της ενίσχυσης των Α.Π.Ε. αποτελεί μέρος μόνο (περίπου το 40%) του Ειδικού Τέλους ΑΠΕ».

Ο Νίκος Χρυσόγελος δήλωσε σχετικά:

« Πρόσφατα παρουσιάστηκε μελέτη της Παγκόσμιας Τράπεζας που δείχνει ότι  ο πλανήτης μπορεί να υπερθερμανθεί κατά 4 βαθμούς Κελσίου μέχρι το τέλος του αιώνα, κάτι που θα έχει δραματικές επιπτώσεις για τη ζωή, την οικονομία, την κοινωνία,  όχι μόνο για το περιβάλλον. Όλα (ρυθμός ανόδου της στάθμης της θάλασσας, συχνότητα κι ένταση ακραίων καιρικών φαινομένων, λιώσιμο πάγων, οικονομικές ζημιές) εξελίσσονται με το χειρότερο από τα σενάρια. Οι οικονομικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής θα έχουν κόστος για την Ελλάδα 700 δις Ευρώ αν δεν αλλάξουμε πολιτική, (δυο φορές το δημόσιο χρέος της χώρας δηλαδή) σύμφωνα με τη σχετική  έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδας. Επομένως, ο δρόμος της απεξάρτησης – και μάλιστα μέχρι τα μέσα του αιώνα – από τα ορυκτά καύσιμα είναι μονόδρομος. Το ζητούμενο λοιπόν δεν είναι αν θα πάμε σε ΑΠΕ ή όχι αλλά πως θα στραφούμε με τρόπο επωφελή για το σύνολο της οικονομίας και της κοινωνίας.

Εδώ και πολλά χρόνια μέσα από τους λογαριασμούς της ΔΕΗ πληρώνουμε χωρίς να το κατανοούμε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ επειδή το ενεργειακό μας σύστημα βασίζεται στον λιγνίτη και το πετρέλαιο. Κι όμως, μεγαλύτερη συμμετοχή ΑΠΕ στο ηλεκτρικό σύστημα, με πιο ορθολογικό τρόπο χρέωσης, θα μείωνε το κόστος αγοράς “δικαιωμάτων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου” και τους αντίστοιχους λογαριασμούς του ρεύματος.

Αντί η κυβέρνηση να διορθώσει την υπάρχουσα στρέβλωση στις χρεώσεις που επιβαρύνει άδικα τους πολίτες στους λογαριασμούς του ηλεκτρισμού και ταυτόχρονα να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το έλλειμμα στο λογαριασμό ΑΠΕ, επέλεξε την χειρότερη και πιο πρόχειρη λύση παρουσιάζοντάς τη μάλιστα ως μονόδρομο.

Εκτός από την κατάφωρη αδικία για τους καταναλωτές, τα μέτρα που έλαβε η κυβέρνηση στο Μεσοπρόθεσμο πλήττουν καίρια ολόκληρη την αγορά ΑΠΕ δημιουργώντας κλίμα επιπλέον ανασφάλειας σε έναν τομέα που αντιπροσωπεύει ελπίδα διεξόδου από την πολύπλευρη κρίση και ταυτόχρονα αποτελεί τομέα προτεραιότητας για την προγραμματική περίοδο 2014-2020 σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το 20% του Ευρωπαϊκού προϋπολογισμού θα διατεθεί για θέματα κλιματικής προστασίας, συμπεριλαμβανομένης της χρηματοδότησης προγραμμάτων μείωσης κατανάλωσης ενέργειας και προώθησης ΑΠΕ, ιδιαίτερα μέσα από το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης.

Είναι ελπιδοφόρο το γεγονός ότι η Επιτροπή υποστηρίζει την ανάγκη εξορθολογισμού του σημερινού στρεβλού τρόπου υπολογισμού του ΕΤΜΕΑΡ που ωφελεί τους προμηθευτές ενέργειας και μόνο. Η ύπαρξη του προβλήματος άλλωστε ήταν τεκμηριωμένη από το ΙΟΒΕ την περίοδο μάλιστα που πρόεδρός του ήταν ο σημερινός υπουργός Οικονομικών Γ. Στουρνάρας. Είναι επίσης ενθαρρυντικό το γεγονός ότι υπάρχει υπό εξέλιξη τεχνική συζήτηση σχετικά με τη μεταρρύθμιση των επιμέρους διακανονισμών τιμολόγησης και χρηματοδότησης στο σύνολο του ελληνικού ενεργειακού τομέα και ότι η Επιτροπή είναι έτοιμη να συνδράμει μέσα από ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα τεχνικής βοήθειας.

Το ακόμα σημαντικότερο, όμως, είναι η δέσμευση του Επιτρόπου προς τη σταθεροποίηση και μεταρρύθμιση του ελληνικού συστήματος υποστήριξης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας σε μια περίοδο που οι ΑΠΕ πλήττονται από την έλλειψη βιώσιμου σχεδίου στον ενεργειακό τομέα και τις σπασμωδικές κινήσεις της κυβέρνησης. Θα παρακολουθούμε το θέμα από κοντά.

Πρέπει να γίνει σαφές και στην πολιτική ηγεσία του τόπου ότι μόνο η δραστική αλλαγή του ενεργειακού μας μοντέλου προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και της εξοικονόμησης ενέργειας είναι σε θέση να εξασφαλίσει ενεργειακή ασφάλεια, να αντιμετωπίσει την καλπάζουσα ενεργειακή φτώχεια και ταυτόχρονα να αποτελέσει εφαλτήριο ανάκαμψης για την ελληνική οικονομία.

Δεν είναι τυχαίο ότι η μεγάλη στροφή προς τις ΑΠΕ στη Γερμανία είχε στα θετικά ευεργετικά αποτελέσματά της  όχι μόνο 300.000 επιπλέον θέσεις εργασίας αλλά και μικρότερο βαθμό αβεβαιότητας και διακύμανσης για την οικονομία της. Ας μην ξεχνάμε ότι η οικονομία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ενέργεια και από το κόστος της».

Σχόλια