Φωτοβολταϊκά-ΣΕΦ: «όχι» στην κατάργηση του συστήματος των εγγυημένων τιμών

0
6

Υπέρ της διατήρησης του συστήματος των εγγυημένων τιμών (feed-in-tarrif) για την επιδότηση των φωτοβολταϊκών και εν γένει των ΑΠΕ, της χρηματοδότησης των ΑΠΕ από το ΕΤΜΕΑΡ χωρίς αδιαφανείς μηχανισμούς που καταλήγουν στο αντίθετο και στην αύξηση του εθνικού στόχου για την καθαρή ενέργεια τάσσεται με επιστολή του προς την ηγεσία του ΥΠΕΚΑ και της ΡΑΕ ο ΣΕΦ.

—Εγγυημένες τιμές στα φωτοβολταϊκά

Όπως επισημαίνει ο ΣΕΦ, το μοντέλο των εγγυημένων τιμών εξασφαλίζει:

• Μικρότερο κόστος εφαρμογής

• Πιο ακριβής προσέγγιση και αποτίμηση του πραγματικού κόστους των επενδύσεων

• Μειωμένο ρίσκο για την αγορά

• Ισοστάθμιση κινδύνων λόγω της ευμεταβλητότητας των  τιμών στην αγορά ηλεκτρικής Ενέργειας

• Ενθάρρυνση της αποκεντρωμένης και διεσπαρμένης παραγωγής από ΑΠΕ

• Υποστήριξη αναδυόμενων τεχνολογιών

Όσον αφορά στον  μηχανισμό υποχρεωτικής ποσόστωσης ΑΠΕ (quotas), σε συνδυασμό με εμπορεύσιμα πράσινα πιστοποιητικά (Ε.Π.Π) που έχει αφήσει ως ενδεχόμενο η ΡΑΕ ο ΣΕΦ επισημαίνει ότι τον σύστημα αυτό ευνοεί τον μεγάλο παραγωγό και βλάπτει τον μικρό:

«Ο μηχανισμός υποχρεωτικής ποσόστωσης επιβάλλει σε μεγάλους παραγωγούς συμβατικής ενέργειας να διαφοροποιήσουν το επενδυτικό τους χαρτοφυλάκιο επενδύοντας σε ΑΠΕ.

Εκτός από τα θετικά που συνεπάγεται κάτι τέτοιο, υπάρχουν και παράπλευρες συνέπειες, όπως το ότι η εφαρμογή του μηχανισμού αυτού ευνοεί εν τέλει τους μεγάλους ενεργειακούς παίκτες και οδηγεί σε συγκεντρωποίηση της αγοράς.

Ένας προμηθευτής ενέργειας που είναι υποχρεωμένος να παρέχει και ένα ποσοστό πράσινης ενέργειας στους καταναλωτές, θα επιλέξει συνήθως τον μεγάλο παραγωγό (συμβατικής και πράσινης ενέργειας) με τον οποίον συνεργάζεται ούτως ή άλλως, παρά ένα μικρό ανεξάρτητο παραγωγό ΑΠΕ.

Στην Ευρώπη η εμβέλεια του μηχανισμού αυτού είναι περιορισμένη λόγω του μικρού αριθμού των εμπλεκόμενων φορέων (παραγωγών και παρόχων) και της μη εκτεταμένης εφαρμογής μακροχρόνιων συμβολαίων παροχής πράσινης ενέργειας.

Θεωρητικά ο μηχανισμός υποχρεωτικής ποσόστωσης ενθαρρύνει τη μείωση του κόστους και την ενίσχυση του ανταγωνισμού.

Αυτό συμβαίνει όμως μόνο αν επιλεγεί η οριζόντια υποχρεωτική ποσόστωση χωρίς διαφοροποίηση ανά τεχνολογία.

Έτσι όμως προωθείται μία μόνο τεχνολογία (η φθηνότερη και πιο ώριμη εμπορικά) και καταδικάζονται σε στασιμότητα οι υπόλοιπες.

Τέλος, θα πρέπει να αξιολογήσει κανείς την ανάγκη σε κεφάλαια που απαιτεί ο μηχανισμός αυτός.

Τόσο τα μεγαλύτερα ίδια κεφάλαια που διαθέτουν οι μεγάλοι ενεργειακοί παίκτες όσο και η ευκολότερη πρόσβαση τους σε χρηματοδότηση, σε σχέση με νέους μικρούς παίκτες, ευνοεί την συγκεντρωποίηση της αγοράς στα χέρια λίγων, κάτι που δεν συνάδει με τον αποκεντρωμένο και δημοκρατικό χαρακτήρα των ΑΠΕ.

Ο ΣΕΦ επισημαίνει πως το εν λόγω σύστημα των ποσοστώσεων ούτε αποτελεσματικότερο ούτε φθηνότερο θα είναι για τους καταναλωτές ώστε να εφαρμοστεί.

—Χρηματοδότηση ΑΠΕ

Σχετικά με το κομμάτι της χρηματοδότησης των ΑΠΕ, ο ΣΕΦ διατυπώνει την αντίθεσή του με την αναφορά στο κείμενο των προτάσεων της ΡΑΕ ότι η η κάλυψη των απαραίτητων πόρων του Ειδικού  Λογαριασμού ΑΠΕ θα μπορούσε να γίνεται αποκλειστικά από τους καταναλωτές μέσω του ΕΤΜΕΑΡ,  αφού η έννοια της Οριακής Τιμής Συστήματος (ΟΤΣ) δεν θα έχει πιθανώς νόημα στο άμεσο μέλλον.

Ο Σύνδεσμος τονίζει ότι η συγκεκριμένη πρόταση ενέχει «σημαντικούς κινδύνους για το μέλλον των ΑΠΕ και δεν οδηγεί στη διαφάνεια την  οποία υποτίθεται πως όλοι επιζητούμε», προσθέτοντας ότι «ανεξάρτητα από το  μοντέλο λειτουργίας της χονδρεμπορικής  αγοράς (υποχρεωτικό pool, διμερή συμβόλαια, υβριδικό), μπορεί πάντοτε να υπολογιστεί το  πραγματικό κόστος ηλεκτροπαραγωγής».

Μάλιστα, ο ΣΕΦ επικαλείται σχετική μελέτη του ΑΠΘ η οποία είχε προσδιορίσει το πραγματικό κόστος ηλεκτροπαραγωγής στα 65 €/ΜWh περίπου για τη σημερινή λειτουργία της ελληνικής αγοράς και 10 €/MWh περίπου υψηλότερα το 2020, με την άρση όλων των στρεβλώσεων.

Όπως αναφέρει ο ΣΕΦ «είναι αδιανόητο να μην αποτελεί το ποσόν αυτό πόρο του Ειδικού λογαριασμού ΑΠΕ, να μην αμείβονται δηλαδή οι ΑΠΕ για την ενέργεια που προσφέρουν στο σύστημα. Όπως μάλιστα έδειξε η μελέτη αυτή, η αμοιβή των φωτοβολταϊκών για την ενέργεια και την ισχύ που προσφέρουν στο σύστημα είναι απολύτως ισοδύναμη με την αποζημίωσή τους μέσω της εγγυημένης τιμής 1,3*ΟΤΣ.

Σε κάθε περίπτωση, οι καταναλωτές πρέπει να πληρώνουν για τις ΑΠΕ το πραγματικό κόστος της ηλεκτροπαραγωγής συν ενδεχομένως ένα επιπλέον ποσό για να καλύψουν τη διαφορά κόστους των ΑΠΕ με τη συμβατική ηλεκτροπαραγωγή.

Όσο οι τεχνολογίες ΑΠΕ ωριμάζουν και το κόστος τους μειώνεται, τόσο θα μειώνεται και η επιπλέον επιβάρυνση των καταναλωτών για την ενίσχυσή τους.

Αν κάποιοι κρίνουν πως οι ΑΠΕ δεν θα έπρεπε να απολαμβάνουν καμίας απολύτως ενίσχυσης, θα πρέπει να εξηγήσουν γιατί η ηλεκτροπαραγωγή με ρυπογόνα ορυκτά καύσιμα επιδοτείται σήμερα άμεσα με περίπου 1,5 δις € ετησίως»

—Αύξηση του εθνικού στόχου για τα φωτοβολταϊκά

Ο ΣΕΦ επαναδιατυπώνει, τέλος, το αίτημά του για να αυξηθεί ο στόχος για τα φωτοβολταϊκά στα 6 GWp ως το 2020, τονίζοντας ότι, όπως έχει τεκμηριωθεί, η περαιτέρω ανάπτυξη των φωτοβολταϊκών μπορεί να επιτευχθεί χωρίς ουσιαστική επιπλέον επιβάρυνση των καταναλωτών.

Κι αυτό, γιατί, όπως επισημαίνεται στην επιστολή, την περίοδο από το 2015 και μετά, η αποζημίωση που θα απολαμβάνουν τα φωτοβολταϊκά θα είναι απολύτως αντίστοιχη προς τη συνεισφορά τους σε ενέργεια και ισχύ.

ΣΕΦ

Σχόλια