Φωτοβολταϊκά: η φορολόγηση στις αποδόσεις αδίστακτη εκτέλεση ενός άμαχου και άοπλου αιχμαλώτου εν ομηρεία

0
13

Περιβάλλον Ενέργεια Οικολογία:

(του Δ. Καπετανάκη, ΤΥΛΙΣΟΣ ΑΕ)

Παρακολουθώντας την συζήτηση για τον σχεδιασμό επιβολής φόρου στον κύκλο εργασιών των υφιστάμενων επιχειρήσεων φωτοβολταϊκών δημιουργούνται εύλογα ερωτήματα για την εις βάθος ανάλυση των δεδομένων αυτών των επενδύσεων.

Η παράθεση αυτού του προβληματισμού φανερώνει ότι η σχεδιαζόμενη φορολόγηση δεν εδράζεται σε οικονομετρικά δεδομένα και στοιχεία, αλλά αντίθετα αποτελεί μία απροσχημάτιστα και προκλητικά πρόχειρη επιδρομή στον εύκολο στόχο της ενεργειακής επένδυσης, με κεντρικό ζητούμενο τη λεηλασία των αποδόσεων.

Είναι κατ’ αρχάς δεδομένο ότι η εκ των υστέρων φορολόγηση επενδύσεων, για τις οποίες ο φόρος αυτός δεν ήταν δεδομένος κατά την επιλογή, τον σχεδιασμό και την υλοποίησή των επενδύσεων αυτών, εγείρει έντονα ζητήματα συνταγματικότητας και τελικά νομιμότητας των σχεδιαζομένων νομοθετικών ρυθμίσεων.

Πέραν όμως αυτών και σε δεύτερο επίπεδο : με την άτακτη αυτή επίθεση, που επιχειρεί να «κλαδέψει» ισοπεδωτικά και αυθαίρετα τις αποδόσεις των φωτοβολταϊκών σταθμών, διακυβεύεται η σοβαρότητα αυτού του ίδιου του κράτους και τίθεται σε αμφισβήτηση η ικανότητα και δυνατότητα της Ελλάδας για ανάπτυξη σταθερής και σοβαρής επενδυτικής πολιτικής.

Τα παραπάνω και πολλά άλλα έχουν αναφερθεί και αναλυθεί από τη σχετική αρθρογραφία και από όσους ασχολήθηκαν με το «γιουρούσι» που απειλείται.

Όμως ακόμη και αν τα παραπάνω θεωρηθεί ότι είναι μικρής σημασίας μπροστά στην ανάγκη για δημόσια έσοδα και περαιτέρω για την διάσωση της εν γένει οικονομίας, έχει διαφύγει από την δημόσια συζήτηση μία παράμετρος που καθιστά την φορολόγηση αυτή άδικη για τους επενδυτές, έτσι που ο όποιος φόρος να έχει πολλαπλασιαστικές συνέπειες σε βάρος τους.

Όπως είναι γνωστό, οι αποδόσεις των φωτοβολταϊκών σταθμών δεν αναπροσαρμόζονται ελεύθερα σύμφωνα με τη βούληση των μερών ή τις συνθήκες της αγοράς ή με βάση το συνολικό ύψος του ετήσιου πληθωρισμού, αλλά δεσμευτικά στο ¼ του ποσοστού του πληθωρισμού που κατ’ έτος ανακοινώνεται.

Αν λοιπόν και επί παραδείγματι ο πληθωρισμός ανέρχεται σε ποσοστό 4% η «κλειδωμένη» τιμή αγοράς εκ μέρους του διαχειριστή του συστήματος θα αναπροσαρμοστεί για το επόμενο έτος κατά ποσοστό 1%. Η απώλεια αυτή του ποσοστού 3% του παραδείγματος σε βάθος χρόνου είναι προφανές ότι απαξιώνει την απόδοση της επένδυσης σε μεγάλο βαθμό αφού κάθε ετήσια απομείωση επιδρά και στην επόμενη κ.ο.κ.

Η απομείωση λοιπόν της απόδοσης, έτσι όπως διογκώνεται ετησίως εξαιτίας της διαφοράς που αναφέρθηκε, δημιουργεί μία τεράστια ψαλίδα μεταξύ της αρχικής απόδοσης (ως ποσοστό σε σχέση με την αξία της επένδυσης) με την απόδοση που δίνει αυτή η ίδια επένδυση στο τέλος της συμβατικής σχέση, στο σημείο δηλαδή που παύει η υποχρέωση αγοράς εκ μέρους του διαχειριστή του συστήματος. Η τελική αυτή τιμή, πάντοτε αναλόγως και του μεσολαβούντος ποσοστού πληθωρισμού, θα καταλήξει να είναι «σκιά» της αρχικής τιμής.

Η σχεδιαζόμενη όμως φορολόγηση σε υψηλό ποσοστό δεν λαμβάνει καθόλου την απαξίωση των αποδόσεων, αλλά ξεκινά και καταλήγει σαν να είναι το ίδιο και σταθερά αποδοτική και κερδοφόρα η επένδυση καθόλη τη διάρκεια της σύμβασης, όπως θα ήταν π.χ. ένα κατάστημα που αποδίδει μισθώματα ή μία κατάθεση στην τράπεζα, ενώ όπως αναφέρθηκε, στην τελική της φάση η απόδοση θα είναι ελαχιστοποιημένη λόγω της διαφοράς μεταξύ του πληθωρισμού και των αναπροσαρμογών, στην δε λήξη της η επένδυση παγίων θα είναι μηδενικής αξίας, καθόσον δεν θα είναι καθόλου βέβαιο αν μετά τη λήξη της η σύμβαση θα ανανεωθεί, με ποιούς όρους και με ποιές αποδόσεις.

Αν κατά τον προβληματισμό αυτόν συνυπολογιστούν η νομισματική ανασφάλεια και η πιθανότητα εκτίναξης του πληθωρισμού λόγω εξωγενών συνθηκών και αναγκαία και της μεγιστοποίησης της απώλειας σε απόλυτες τιμές του παραγωγού λόγω της διαφοράς της αναπροσαρμοζόμενης τιμής από αυτήν που θα υπήρχε αν αναπροσαρμοζόταν σύμφωνα με το σύνολο του πληθωρισμού, γίνεται αμέσως αντιληπτό ότι η επιβολή του φόρου θα καταστήσει συνολικά ζημιογόνα την επένδυση.

Είναι φανερό πως είναι τελείως διαφορετικό πράγμα να φορολογείται μία ελεύθερα διαμορφούμενη απόκτηση εισοδήματος, η οποία θα μπορούσε να έχει σωρεύσει ακόμη και υπεραποδόσεις στο παρελθόν, και τελείως άλλο το να επιβάλλεται οριζόντια φορολόγηση σε μία επένδυση της οποίας τα κέρδη είναι προκαθορισμένο να έχουν προοδευτική σημαντική μείωση.

Συμπερασματικά λοιπόν προκύπτει ότι οι σκέψεις για την επιβολή φορολογίας ανατρέπουν κάθε πλαίσιο ενεργειακής και επενδυτικής πολιτικής και  η πραγμάτωσή τους θα οδηγήσει σε απελπισία τους χιλιάδες επενδυτές οι οποίοι πίστεψαν τις αρχές που είχαν εξαγγελθεί και χρεώθηκαν με υψηλά δάνεια μακροχρόνιας επιβάρυνσης, προσδοκώντας την εις βάθος χρόνου απόσβεση. Αντ’ αυτού θα βρεθούν να είναι οι εύκολοι στόχοι για την αφαίμαξη των αποδόσεων τους, χωρίς καμία σοβαρή παραμετροποίηση των απωλειών στις οποίες οι αποδόσεις αυτές έχουν εκ προοιμίου υπαχθεί.

Σχόλια