Δίκτυο Μεσόγειος SOS: Υδατικά Αποθέματα και Κλιματική Αλλαγή

0
718

Περιβάλλον Ενέργεια Οικολογία:

Η μείωση της διαθεσιμότητας των υδατικών πόρων, σε συνδυασμό με την ολοένα και πιο αυξανόμενη ζήτηση για νερό, αυξάνει τον κίνδυνο λειψυδρίας και δημιουργεί ένα κλίμα ανησυχίας παγκοσμίως.

Ταυτόχρονα, η κλιματική αλλαγή, που προκαλείται από τη διατάραξη του «φαινομένου του θερμοκηπίου» και επηρεάζει αρνητικά τα οικοσυστήματα και τις ζωές όλων μας, αποτελεί έναν ακόμα παράγοντα πίεσης των υδατικών πόρων.

Οι προβλέψεις για την Ελλάδα και την Ευρώπη είναι μάλλον δυσοίωνες. Η επίδραση της κλιματικής αλλαγής στα υδατικά αποθέματα της Ευρώπης αποτελεί καίριο περιβαλλοντικό ζήτημα με επικείμενες επιπτώσεις στην οικονομία, στα οικοσυστήματα και στις ζωές όλων μας. Σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος (European Environmental Agency- EEA), ακόμα και αν ήταν δυνατόν να σταθεροποιήσουμε σήμερα τα αέρια του θερμοκηπίου, η αύξηση της θερμοκρασίας και οι επιπτώσεις της – συμπεριλαμβανομένης της μειωμένης διαθεσιμότητας υδατικών πόρων και των πλημμυρών – θα συνεχίζονταν για πολλές δεκαετίες ακόμα. Η αναγκαιότητα για δράση είναι επιβεβλημένη.

Η κατανόηση των προβλημάτων και των διεργασιών μέσα από τις οποίες ασκούνται πιέσεις στο περιβάλλον – και στην προκειμένη περίπτωση στο πόσιμο νερό – μπορεί να δημιουργήσει περιβαλλοντικά υπεύθυνους πολίτες, ικανούς να αντικαταστήσουν συνειδητά καθημερινές τους συνήθειες με άλλες φιλικές προς το περιβάλλον.

Οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στους υδάτινους πόρους και στη διαχείρισή τους οφείλονται κυρίως στην αύξηση της θερμοκρασίας και στην άνοδο του επιπέδου της θάλασσας, καθώς και στις μεταβολές στην κατακρήμνιση (βροχόπτωση, χιονόπτωση, χαλάζι).

Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του Διακυβερνητικού Πάνελ για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC, 2007a) – που παρακολουθεί την κλιματική αλλαγή για λογαριασμό του προγράμματος του ΟΗΕ για το περιβάλλον (UNEP) – και την τελευταία έκθεση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος (EEA Technical Report 2007), όσον αφορά την κλιματική αλλαγή και την επίδρασή της στους υδατικούς πόρους της Ευρώπης και παγκοσμίως, παρατηρούνται οι παρακάτω τάσεις:

Αύξηση της θερμοκρασίας
• Τα 11 από τα τελευταία 12 έτη (1995-2006) κατατάσσονται ανάμεσα στα 12 πιο
θερμά από το 1850 μέχρι σήμερα.

• Η μέση θερμοκρασία του πλανήτη έχει ανέβει κατά 0,74 βαθμούς Κελσίου τα
τελευταία 100 χρόνια, ωστόσο τα τελευταία 50 η θερμοκρασία ανέβηκε με δύο
φορές γρηγορότερο ρυθμό σε σχέση με τα πρώτα 50. Η αύξηση της θερμοκρασίας
είναι παγκόσμιο φαινόμενο και όσο πλησιάζουμε προς τους πόλους είναι ακόμα
μεγαλύτερη.

• Στην Ευρώπη, τα τελευταία 100 χρόνια, η μέση θερμοκρασία έχει αυξηθεί κατά 1,1
βαθμούς Κελσίου. Τα καλοκαίρια η αύξηση της θερμοκρασίας είναι μεγαλύτερη.

• Αν συνεχίσουν οι σημερινές τάσεις, τις επόμενες δεκαετίες η μέση θερμοκρασία στην επιφάνεια του πλανήτη προβλέπεται ότι θα αυξηθεί κατά 1,8 έως 4 βαθμούς Κελσίου. Συγκεκριμένα, προβλέπεται ότι μέχρι το 2080 η μέση θερμοκρασία θα έχει αυξηθεί κατά 2,1 έως 4 βαθμούς Κελσίου, με τις μεγαλύτερες αυξήσεις να παρατηρούνται στην Ανατολική και Νότια Ευρώπη.

• Στις περισσότερες περιοχές της Ευρώπης έχει μειωθεί ο αριθμός ψυχρών ημερών, ενώ ο αριθμός θερινών ημερών (θερμοκρασίες μεγαλύτερες των 25 βαθμών Κελσίου) και κυμάτων καυσώνων έχει αυξηθεί.

• Τουλάχιστον το 1/6 του παγκόσμιου πληθυσμού ζει σε λεκάνες απορροής ποταμών, οι οποίοι τροφοδοτούνται από το λιώσιμο του χιονιού ή των παγετώνων.

Η αύξηση της θερμοκρασίας στην επιφάνεια της Γης έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της χιονόπτωσης και της έκτασης των παγετώνων. Τα υδατικά αποθέματα των λεκανών απορροής ποταμών θα επηρεαστούν από:

* Τη μετατόπιση της μέγιστης ροής των ποταμών προς το τέλος του χειμώνα,
αντί το τέλος της άνοιξης που ήταν παλιότερα.

* Τη μείωση των χαμηλών ροών των ποταμών.

* Τη μείωση της ετήσιας ροής των ποταμών.

Αύξηση της στάθμης της θάλασσας

Η αύξηση της στάθμης της θάλασσας σχετίζεται με την άνοδο της θερμοκρασίας. Από το 1961 μέχρι το 1993, η στάθμη της θάλασσας ανέβαινε παγκόσμια από 1,3 έως 2,3 χιλιοστά το χρόνο, ενώ από το 1993 μέχρι σήμερα η στάθμη της θάλασσας ανεβαίνει με γρηγορότερους ρυθμούς: 2,4 έως 3,8 χιλιοστά κάθε χρόνο, λόγω της θερμικής επέκτασης των ωκεανών και της τήξης των
παγετώνων.

Η άνοδος της στάθμης της θάλασσας θα έχει ως αποτέλεσμα τη διείσδυση του θαλασσινού νερού στους παράκτιους υδροφόρους ορίζοντες και στα παράκτια επιφανειακά νερά (εστουάρες και δέλτα ποταμών), μειώνοντας τη διαθέσιμη ποσότητα γλυκού νερού για τον άνθρωπο και τα οικοσυστήματα στην παράκτια ζώνη.

Οι περιοχές που θα αντιμετωπίσουν τα μεγαλύτερα προβλήματα θα είναι το δέλτα του Νείλου, η Βενετία και η Θεσσαλονίκη, όπου η άνοδος της στάθμης της θάλασσας αναμένεται να ξεπεράσει κατά μιάμιση φορά τις αντίστοιχες τιμές σε άλλες περιοχές.

Μεταβολές στην κατακρήμνιση (βροχόπτωση, χιονόπτωση, χαλάζι)

Η υπερθέρμανση του πλανήτη οδηγεί, μεταξύ άλλων, και σε μεταβολές στην κατακρήμνιση. Από το 1900 μέχρι το 2005, οι βροχοπτώσεις αυξήθηκαν σημαντικά στη Βόρεια Ευρώπη, αλλά μειώθηκαν στη Μεσόγειο. Στις περισσότερες περιοχές, τα φαινόμενα ραγδαίων βροχοπτώσεων έχουν αυξηθεί – και κατά συνέπια και οι ξαφνικές πλημμύρες. Επίσης έχει αυξηθεί και η διάβρωση, ενώ σε πολλές περιπτώσεις η χιονόπτωση έχει αντικατασταθεί από βροχόπτωση.

Στη Βόρεια Ευρώπη, η κατακρήμνιση έχει αυξηθεί κατά 10% έως 40%, ενώ στη Νότια και Ανατολική Ευρώπη έχει μειωθεί κατά 20%. Αν συνεχιστούν αυτές οι τάσεις, προβλέπεται ότι στη Βόρεια Ευρώπη θα υπάρξει αύξηση της κατακρήμνισης κατά 1% με 2% ανά δεκαετία και μείωσή της κατά τους θερινούς μήνες. Στη Νότια Ευρώπη η κατακρήμνιση θα παρουσιάσει μείωση της τάξης του 1% ανά δεκαετία, ενώ κατά τη θερινή περίοδο, η μείωση αυτή θα αγγίξει το 5%.

Γενικά, θα υπάρξει αυξητική τάση των μακρών ξηρών περιόδων. Για την Νότια Ευρώπη προβλέπονται περισσότερες περίοδοι ξηρασίας όλες τις εποχές, ενώ για τη Βόρεια Ευρώπη προβλέπονται περίοδοι ξηρασίας το καλοκαίρι. Ξερικές και ημιξερικές περιοχές – όπως η Μεσόγειος – είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένες στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στους υδατικούς πόρους.

Η διαθεσιμότητα των επιφανειακών νερών θα επηρεαστεί από τις αλλαγές στον όγκο και τη χρονική περίοδο των ποτάμιων απορροών, καθώς και από τις μεταβολές στην κατακρήμνιση. Κάθε προσπάθεια αντιστάθμισης της μειωμένης διαθεσιμότητας επιφανειακών νερών θα παρεμποδίζεται από το γεγονός ότι τα υπόγεια αποθέματα νερού θα μειώνονται λόγω της αυξημένης ζήτησης.

Η αύξηση θερμών ημερών και παρατεταμένων περιόδων ξηρασίας, σε συνδυασμό με την πληθυσμιακή αύξηση, θα προκαλέσει αναπόφευκτα και αύξηση της ζήτησης του νερού για οικιακή κατανάλωση, άρδευση και βιομηχανική χρήση (όπου είναι αναγκαίο το νερό για την ψύξη).

Κλιματική αλλαγή και ρύπανση του νερού

Οι υψηλότερες θερμοκρασίες νερού, οι ραγδαίες βροχοπτώσεις, οι εκτεταμένες περίοδοι χαμηλών ποτάμιων απορροών και ξηρασίας πρόκειται να επιτείνουν και πολλές μορφές ρύπανσης. Οι ρύποι θα αποκτήσουν υψηλότερες συγκεντρώσεις λόγω της μείωσης των ποτάμιων απορροών.

Παράλληλα, το φαινόμενο της «θερμικής ρύπανσης», το οποίο οξύνεται από τη βιομηχανική χρήση του νερού, θα εμποδίσει τη δυνατότητα «αυτοκαθαρισμού των νερών» (το διαλυμένο οξυγόνο, που αποτελεί βασικό παράγοντα αυτής της διεργασίας, μειώνεται με την αύξηση της θερμοκρασίας του νερού).

Τι προβλέπεται για την Ελλάδα; Σύμφωνα με τις μελέτες της καθηγήτριας του Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών Ε.Μ.Π. του Τομέα Υδατικών Πόρων και Περιβάλλοντος, κ. Μαρίας Μιμίκου, σε όλες τις περιοχές της Ελλάδας θα υπάρξει σημαντική επιδείνωση της επικινδυνότητας των πλημμυρών κατά τη χειμερινή περίοδο και σημαντική επιδείνωση της δριμύτητας της
ξηρασίας το καλοκαίρι.

Προβλέπονται, επίσης, μια σειρά από πιθανές επιπτώσεις στη δημόσια υδροδότηση, οι οποίες είναι:

* Μειωμένη αξιοπιστία των άμεσων απολαβών από τα επιφανειακά νερά.

* Αλλαγή της αξιοπιστίας των ταμιευτήρων (αυξημένη επικινδυνότητα, εξάρτηση από την εποχιακή παροχή).

* Μειωμένη αξιοπιστία των δικτύων διανομής νερού.

Οι πιθανές επιπτώσεις στην παραγωγή ενέργειας είναι:

* Ακανόνιστες εναλλαγές στο ενεργειακό δυναμικό.

* Αυξημένη επικινδυνότητα στην ετήσια παραγωγή ενέργειας.

* Μειωμένη διαθεσιμότητα νερού ψύξης κατά τους θερινούς μήνες.

Επίσης, προβλέπεται:

* Αύξηση της ζήτησης του νερού για οικιακή χρήση και άρδευση και ταυτόχρονα μείωση της διαθεσιμότητάς του – κυρίως κατά τους θερινούς μήνες όπου και η μεγαλύτερη ζήτηση.

* Αύξηση του κινδύνου πλημμυρών και καταστροφών, λόγω ραγδαίων βροχοπτώσεων – ιδιαίτερα σε πόλεις, όπου οι αγωγοί ομβρίων δεν έχουν κατασκευαστεί με προδιαγραφές για βροχοπτώσεις μεγάλης έντασης.

* Μεταβολές στη χλωρίδα και πανίδα των ποταμών και των υγροβιότοπων.

Τι προβλέπεται για την Κύπρο;

Στην Κύπρο οι ξηρασίες ήταν συχνό φαινόμενο. Οι βροχοπτώσεις ήταν κατανεμημένες με ακανόνιστο τρόπο, εντοπίζονταν στο χειμώνα και στο φθινόπωρο και πολύ σπάνια στο καλοκαίρι. Το ετήσιο ύψος βροχοπτώσεων ήταν γύρω στα 500 χιλιοστά βροχής, το 80% της οποίας εξατμιζόταν. Η ποσότητα αυτή είχε κατανεμηθε σε 300-350 χιλιοστά στο κέντρο του νησιού και 1100 στο βουνό Τρόοδος.

Τα τελευταία 100 χρόνια, όμως, η κλιματική αλλαγή έχει σημαντικές επιπτώσεις τόσο στην αύξηση της θερμοκρασίας (0,5° C ανά δεκαετία από τη δεκαετία του ’70), όσο και στη μείωση των βροχοπτώσεων (κατά 1 χιλιοστό ανά έτος).

Ο μέσος όρος των βροχοπτώσεων την περίοδο 1916-2000 ήταν 513 χιλιοστά ετησίως, την περίοδο 1960-2000 ο μέσος όρος έπεσε στα 485 χιλιοστά, ενώ την περίοδο 1987-2000 έπεσε ακόμα περισσότερο στα 447 χιλιοστά.

Παρατηρήθηκε δηλαδή μείωση της τάξης του 13%.

Επίσης, σύμφωνα με μετρήσεις, από τη δεκαετία του ’70 παρατηρήθηκε μείωση της ροής των ποταμών της τάξεως του 35-50%.

Πάρτε μέρος στην έρευνα του Δικτύου Μεσόγειος SOS εδώ.

Σχόλια