Περιβαλλοντική Αδειοδότηση: ανοιχτή επιστολή από Καλλιστώ

0
13

Περιβάλλον Ενέργεια Οικολογία:

Ανοιχτή επιστολή για το ζήτημα της περιβαλλοντικής αδειοδότησης στη χώρα απέστειλε η ΜΚΟ Καλλιστώ. Η περιβαλλοντική οργάνωση επαναλαμβάνει τη θέση της ότι το νομοσχέδιο που υπερψήφισε η Βουλή ουσιαστικά καταργεί τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και καταθέτει τις προτάσεις της με στόχο την αποκατάσταση της αξιοπιστίας της.

Αναλυτικότερα, η ανοιχτή επιστολή της περιβαλλοντικής οργάνωσης Καλλιστώ έχει ως εξής:

«Αξιότιμοι/ες συνάδελφοι και συναδέλφισσες,

Όπως γνωρίζετε, πριν από λίγες ημέρες ψηφίστηκε τελικά από το Ελληνικό Κοινοβούλιο, με ευρεία μάλιστα πλειοψηφία, ο νέος νόμος του Υπουργείου Περιβάλλοντος «Περιβαλλοντική αδειοδότηση έργων και δραστηριοτήτων, ρύθμιση αυθαιρέτων σε συνάρτηση με δημιουργία περιβαλλοντικού ισοζυγίου και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας ΥΠΕΚΑ». Η θέση μας, όπως και των περισσότερων περιβαλλοντικών οργανώσεων, είναι ότι ο νέος νόμος αποτελεί μια αρνητική εξέλιξη για την περιβαλλοντική πολιτική της χώρας μας. Χαρακτηριστικό των αντιλήψεων που κυριαρχούν στην ηγεσία του ΥΠΕΚΑ είναι το γεγονός ότι μια τέτοιας καθοριστικής σημασίας αλλαγή συμπεριλήφθηκε στον ίδιο νόμο που τακτοποίησε τα αυθαίρετα, με κριτήρια πάλι στενά εισπρακτικά, αντιπεριβαλλοντικά και αντικοινωνικά.

Με αυτή την επιστολή, θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε για τις θέσεις μας σε σχέση με το νέο νόμο, αλλά και συνολικά για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Θα θέλαμε επίσης να σας καλέσουμε να συνεχίσουμε την κοινή προσπάθεια, παρά την ψήφιση του νέου νόμου, για τη βελτίωση της διαδικασίας περιβαλλοντικής αδειοδότησης στη χώρα.

1. Οι βασικές ανατροπές
Όπως έχουμε περιγράψει αναλυτικά σε πρόσφατη μας έκθεση για την περιβαλλοντική αδειοδότηση (βλ. http://www.callisto.gr/neaByArticle.php?id=197 ), η περιβαλλοντική αδειοδότηση έχει καθιερωθεί στην Ελλάδα από το 1986, με τον πρωτοποριακό για την εποχή του Νόμο-Πλαίσιο 1650. Σύμφωνα με το προηγούμενο νομικό πλαίσιο, όπως έχει τροποποιηθεί αρκετές φορές για να συμβαδίζει με τις απαιτήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κάθε έργο ή άλλη παραγωγική δραστηριότητα που θα έχει επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον και την υγεία των πολιτών, υπάγεται σε μια διαδικασία εκτίμησης και αξιολόγησης των επιπτώσεων πριν την κατασκευή ή την έναρξη της λειτουργίας του, με σκοπό πάντα την άμβλυνση των επιπτώσεων αυτών. Στην πράξη ωστόσο, η υποστελέχωση των αρμόδιων υπηρεσιών, ιδιαίτερα στην περιφέρεια, τα συχνά φαινόμενα διαπλοκής και άλλα γραφειοκρατικά κωλύματα, αναιρούσαν την αποτελεσματικότητα αυτής της διαδικασίας.

Ο πυρήνας των προβλημάτων αφορά τη σύνταξη των Μελετών Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων: ο μελετητής που αναλαμβάνει την κρίσιμη αυτή μελέτη, επιλέγεται και αμείβεται από τον ίδιο τον ανάδοχο του έργου ή της δραστηριότητας, γεγονός που δημιουργεί μια παράδοξη σχέση εξάρτησης του ελεγκτή από τον ελεγχόμενο. Οι Μελέτες αυτές, πολύ συχνά γεμάτες ελλείψεις, σφάλματα, ακόμα και ψευδή στοιχεία, υποβάλλονται στη συνέχεια προς έγκριση σε υπηρεσίες που δεν διαθέτουν το απαιτούμενο προσωπικό, με αποτέλεσμα είτε να λιμνάζουν, είτε να εγκρίνονται χωρίς ουσιαστικό έλεγχο.

Πάνω σε αυτές ακριβώς τις αδυναμίες του κρατικού μηχανισμού πάτησε η ηγεσία του ΥΠΕΚΑ για να προωθήσει τις αλλαγές που περιλαμβάνονται στο νέο νόμο. Εκμεταλλευόμενη ωστόσο τη συγκυρία της κρίσης, και κάτω από τις πιέσεις της τρόικας και άλλων κύκλων για άρση κάθε ελέγχου και περιορισμού στην επιχειρηματική δραστηριότητα, αντί να βελτιώσει τη διαδικασία περιβαλλοντικής αξιολόγησης και να ενισχύσει τις αρμόδιες υπηρεσίες, επέλεξε είτε να την καταργήσει, για το μεγαλύτερο μέρος των έργων και των δραστηριοτήτων, είτε να την εκχωρήσει εξ ολοκλήρου στην αγορά, αφήνοντας το φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον της χώρας χωρίς θεσμική θωράκιση.

Παρακάτω, αναφέρονται οι βασικές αλλαγές που επιφέρει ο νέος νόμος:

α) Απαλλάσσει το μεγαλύτερο μέρος των έργων και των δραστηριοτήτων (τα 2/3 σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Υπουργείου) από οποιαδήποτε υποχρέωση περιβαλλοντικής εκτίμησης, αξιολόγησης και αδειοδότησης. Έτσι, τα έργα και οι δραστηριότητες που θα υπαχθούν στην Κατηγορία Β της νέας ταξινόμησης θα χρειάζεται πια να τηρούν μόνο κάποιες οριζόντιες προδιαγραφές, τις Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις. Μάλιστα, η Βουλή κλήθηκε να ψηφίσει, και όλοι εμείς να κρίνουμε, αυτή την καθοριστική αλλαγή, χωρίς να γνωρίζουμε ούτε ποιες θα είναι οι Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις, ούτε ποια θα είναι τα έργα και οι δραστηριότητες που θα απαλλαχθούν από την υποχρέωση αδειοδότησης, καθώς σύμφωνα με το ίδιο το νομοσχέδιο, η σχετική κατάταξη θα αποφασιστεί από τον Υπουργό ένα μήνα μετά την ψήφιση του νομοσχεδίου.

Σημειώνουμε ενδεικτικά ότι στην περίπτωση που για τη νέα κατηγοριοποίηση χρησιμοποιηθεί ως βάση αναφοράς η υφιστάμενη, όπως άλλωστε αφήνει να εννοηθεί και η Αιτιολογική Έκθεση, τότε στα έργα και τις δραστηριότητες που θα απαλλάσσονται από την περιβαλλοντική αδειοδότηση θα περιλαμβάνονται έργα όπως δασικοί δρόμοι, μεγάλα έργα άρδευσης και ύδρευσης, αποστραγγιστικά έργα, αμμοληψίες, γήπεδα, εμπορικά κέντρα, καθώς και πλήθος βιομηχανικών εγκαταστάσεων. Είναι φανερό ότι τέτοια έργα έχουν ιδιαιτερότητες που επιβάλλουν ξεχωριστή αξιολόγηση και εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, η οποία θα λαμβάνει υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τόσο του συγκεκριμένου έργου, όσο και του φυσικού και κοινωνικού περιβάλλοντος στο οποίο θα κατασκευαστεί.

β) Καταργεί το στάδιο της προκαταρκτικής αξιολόγησης, όπως ίσχυε μέχρι σήμερα, χωρίς μάλιστα να το υποκαθιστά με κάποια άλλη διαδικασία ενημέρωσης του κοινού και των αρμόδιων υπηρεσιών και εξέτασης των εναλλακτικών λύσεων. Ο Προκαταρκτικός Προσδιορισμός Περιβαλλοντικών Απαιτήσεων, ο οποίος σύμφωνα με τα προηγούμενα προσχέδια του νέου νόμου θα υποκαθιστούσε το στάδιο της Προκαταρκτικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης και Αξιολόγησης όπως ισχύει σήμερα, καθίσταται προαιρετικός, γεγονός που συνεπάγεται στην πράξη την πλήρη κατάργησή του. Επίσης προαιρετική είναι και η διενέργεια ενός πρώτου κύκλου δημόσιας διαβούλευσης κατά το στάδιο αυτό της προκαταρκτικής αξιολόγησης.

γ) Εκχωρεί την αξιολόγηση των Μελετών Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων και τη σύνταξη των Αποφάσεων Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων σε ιδιωτικά μελετητικά γραφεία, ακυρώνοντας έτσι κάθε έννοια δημόσιου ελέγχου. Η ίδια η αγορά θα συντάσσει πια τις Μελέτες και μετά θα τις αξιολογεί, ενώ ο ρόλος των υπηρεσιών θα περιοριστεί απλά στο να σφραγίζουν τις έτοιμες αποφάσεις και να διεξάγουν κάποιους «δειγματοληπτικούς ελέγχους» για να ελέγχουν την αξιοπιστία της κρίσης των ιδιωτικών γραφείων. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και η πρόβλεψη που υπήρχε στο νομοσχέδιο για τη δυνατότητα των υπηρεσιών να αναλαμβάνουν αυτές την αξιολόγηση κάποιων μελετών που κρίνουν πολύ σημαντικές, αφαιρέθηκε στη συνέχεια.

2. Πιέσεις και απουσία διαβούλευσης
Οι αλλαγές αυτές, οι οποίες στην πραγματικότητα συνιστούν απλώς καταργήσεις και όχι «καινοτομίες» όπως περιγράφονται στις ανακοινώσεις του Υπουργείου, γίνονται κάτω από τις ασφυκτικές πιέσεις της συγκυρίας για άρση κάθε ελέγχου και περιορισμού στην επιχειρηματική δραστηριότητα. Κάτω από αυτές τις πιέσεις, εδώ και ένα χρόνο, είχε ανατεθεί από την προηγούμενη ηγεσία του ΥΠΕΚΑ σε γνωστό ιδιωτικό μελετητικό γραφείο, το οποίο δραστηριοποιείται μάλιστα στο χώρο των ΜΠΕ αναλαμβάνοντας συχνά μελέτες εκ μέρους του δημοσίου, η κατάρτιση ενός προσχέδιου νόμου για τη μεταρρύθμιση της περιβαλλοντικής αδειοδότησης. Όπως ανέφεραν κύκλοι του ΥΠΕΚΑ, η κυβέρνηση είχε δεσμευτεί έναντι των δανειστών της να ψηφιστεί το σχετικό νομοσχέδιο μέχρι τον περασμένο Ιούνιο.

Πέρα ωστόσο από κάποιες διαρροές και κάποιες συζητήσεις εντός του Υπουργικού Συμβουλίου, το προσχέδιο αυτό ποτέ δεν είδε το φως της δημοσιότητας και ποτέ δεν τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση. Δόθηκε μόνο άτυπα σε κάποιους φορείς, ανάμεσά τους και στις περιβαλλοντικές οργανώσεις, οι οποίες και κλήθηκαν τον περασμένο Φεβρουάριο να καταθέσουν τις απόψεις και τις προτάσεις τους, όπως και έκαναν. Βέβαια, ποτέ δεν μάθαμε την κατάληξη αυτής της διαδικασίας, αφού εντωμεταξύ άλλαξε η ηγεσία του ΥΠΕΚΑ, ώσπου μερικούς μήνες μετά ο νέος Υπουργός κατέθεσε, απευθείας στη Βουλή, το τελικό νομοσχέδιο. Το τελευταίο μάλιστα διέφερε ουσιαστικά από το προηγούμενο προσχέδιο, χωρίς έτσι να έχει προηγηθεί ουσιαστικά καμία διαβούλευση ή έστω ενημέρωση και δημοσιοποίηση πάνω στο τελικό κείμενο.

Το Νομοσχέδιο μάλιστα συνοδεύτηκε από μια «Έκθεση Δημόσιας Διαβούλευσης», όπου αναφέρεται ότι η «δημόσια διαβούλευση» για το Κεφάλαιο Α του νομοσχεδίου, αυτό δηλαδή που αφορά την περιβαλλοντική διαβούλευση, «ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 2011 οπότε και παρουσιάστηκε ανεπίσημα το πρώτο σχέδιο» και «έγινε με αποστολή σχολίων, διμερείς επαφές και διεξαγωγή συναντήσεων στο ΥΠΕΚΑ με ομάδες ενδιαφερομένων φορέων (όπως πχ οι ΜΚΟ)». Στα αποτελέσματα αυτής της υποτιθέμενης «δημόσιας διαβούλευσης» περιλαμβάνονται μόνο αυτολεξεί εκτενή αποσπάσματα της σχετικής επιστολής που είχαν από κοινού στείλει οι περιβαλλοντικές οργανώσεις, χωρίς φυσικά να έχουν τότε υπ’ όψη τους το τελικό νομοσχέδιο και χωρίς, ακόμα περισσότερο, να ληφθούν οι προτάσεις τους σε οποιοδήποτε βαθμό υπόψη στη σύνταξη του τελικού σχεδίου. Με αυτό τον τρόπο οι κατατεθειμένες απόψεις μας στο πλαίσιο μιας άτυπης, διμερούς συνάντησης, χρησιμοποιούνται λάθρα και πέρα από τις προθέσεις μας ως υποκατάστατο της ανύπαρκτης δημόσιας διαβούλευσης και ως μέσο νομιμοποίησης των προθέσεων του Υπουργείου.

Άλλο ενδεικτικό στοιχείο της βιασύνης του ΥΠΕΚΑ να επιβάλλει τις αλλαγές, χωρίς καμία διάθεσης διαλόγου και διαπραγμάτευσης, είναι ότι στην Αιτιολογική Έκθεση, περιλαμβάνει ψευδή στοιχεία για να αποδείξει το υποτιθέμενο δυσανάλογο όγκο αξιολογήσεων που διεξάγονται στην Ελλάδα σε σχέση με τις υπόλοιπες Ευρωπαϊκές χώρες.

Έτσι συγκρίνει διαφορετικά στοιχεία, πιο συγκεκριμένα αριθμούς κατατεθειμένων φακέλων προς αξιολόγηση στην Ελλάδα με ολοκληρωμένες διαδικασίες περιβαλλοντικές αδειοδότησης σε άλλες χώρες, φτάνοντας έτσι στο σημείο να ισχυριστεί ότι η Αυστρία διεκπεραιώνει ετησίως 3 μελέτες ανά εκατομύριο κατοίκων και η Ελλάδα 1902.

Το ψευδές των εντυπωσιακών αυτών ισχυρισμών αποδεικνύεται εύκολα αν δούμε ότι στην ίδια ακριβώς Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής από την οποία αντλεί τα στοιχεία για τις άλλες χώρες, και στην οποία κάνουμε εκτενή αναφορά στη δική μας Έκθεση (βλ. http://www.callisto.gr/neaByArticle.php?id=197 ), η Ελλάδα έχει δώσει αριθμούς υποπολλαπλάσιους από αυτούς που εμφανίζει στην Αιτιολογική Έκθεση.

3. Η θέση της «Καλλιστώ» για το νέο νόμο

Η ουσία όμως δεν είναι στις εντυπώσεις που προκαλούν οι ποσοτικές συγκρίσεις, ψευδείς ή αληθείς. Σίγουρα υπάρχει περιθώριο να απαλλαχθούν από την υποχρέωση ξεχωριστής περιβαλλοντικής αδειοδότησης κάποιες κατηγορίες έργων, αλλά αυτό πρέπει να γίνει τεκμηριωμένα, να μην αφορά έργα και δραστηριότητες των οποίων οι επιπτώσεις στο περιβάλλον είναι σημαντικές και διαφοροποιούνται από περίπτωση σε περίπτωση και σίγουρα αφού έχουν ήδη αποφασιστεί ικανοποιητικές οριζόντιες περιβαλλοντικές προδιαγραφές.

Στην «Καλλιστώ» πιστεύουμε όμως ότι η σημαντικότερη αλλαγή που έχει ανάγκη η πολιτική περιβαλλοντικής αδειοδότησης στη χώρα μας είναι η αποκατάσταση της αξιοπιστίας της. Σήμερα, όλοι ξέρουν ότι ο «ελεγκτής», δηλαδή ο μελετητής που συντάσσει τη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, επιλέγεται, αμείβεται και άρα εξαρτάται από τον «ελεγχόμενο», τον ανάδοχο του έργου ή της δραστηριότητας. Αυτή η σχέση εξάρτησης αναιρεί την αξιοπιστία των Μελετών, οι οποίες αποτελούν και τη βάση κάθε διαδικασίας αξιολόγησης και εκτίμησης.

Οι Μελέτες αυτές στοιβάζονται σε υπηρεσίες που συνήθως δεν διαθέτουν τους κατάλληλους επιστήμονες που θα μπορέσουν να τις κρίνουν επαρκώς, και έτσι εγκρίνονται μαζικά, χωρίς ικανοποιητικό έλεγχο. Η αναποτελεσματικότητα των ελέγχων εντείνεται από τα γνωστά σε όλους τους εμπλεκόμενους φαινόμενα διαπλοκής ανάμεσα στους αναδόχους, τους ιδιώτες ερευνητές και υπηρεσιακούς παράγοντες.

Αντί λοιπόν το Υπουργείο να ανατρέψει αυτή την κατάσταση, εντείνοντας τους ελέγχους, βρίσκοντας τρόπους να μεσολαβεί και να εγγυάται την ανεξαρτησία των Μελετών, ενισχύοντας τις υπηρεσίες και εντείνοντας τους ελέγχους, κάνει ακριβώς το αντίθετο: πέρα από την εκπόνηση, αναθέτει σε ιδιώτες μελετητές και την αξιολόγηση των ΜΠΕ, ακόμα και τη σύνταξη της απόφασης Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων. Με αυτό τον τρόπο, η ηγεσία του ΥΠΕΚΑ θέλει να εξασφαλίσει ότι κανένας υποψήφιος επενδυτής δεν θα καθυστερεί αναμένοντας την αδειοδότηση της δραστηριότητάς του, αφού και αυτή η αδειοδότηση θα ανατίθεται σε έναν εξωτερικό, ιδιώτη μελετητή.

Έτσι όμως καταργεί κάθε έννοια δημόσιου ελέγχου και ανοίγει το έδαφος για εμβάθυνση των σχέσεων διαπλοκής. Εμείς αντίθετα πιστεύουμε ότι η ανάπτυξη, ιδιαίτερα η «πράσινη ανάπτυξη» που ευαγγελιζόταν κάποτε η κυβέρνηση, δεν μπορεί να έρχεται σε αντιπαράθεση με την ανάγκη της περιβαλλοντικής και κοινωνικής προστασίας. Μία πραγματικά πράσινη αναπτυξιακή πολιτική θα μπορούσε να υιοθετήσει πολύ πιο ουσιαστικές αλλαγές στη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης, εξασφαλίζοντας τόσο την αξιοπιστία, όσο και την αποτελεσματικότητά της. Και σε κάθε περίπτωση, η ίδια η ζωή απέδειξε ότι τα νομοθετήματα τύπου fast track, στη φιλοσοφία του οποίου κινείται και το παρόν νομοσχέδιο, ουδόλως κατάφεραν να επιταχύνουν την ανάπτυξη.

Τελικά, ως περιβαλλοντική οργάνωση δεν μπορούμε παρά να εκφράσουμε την απογοήτευσή μας για την ψήφιση του νόμου, να καλέσουμε την κοινωνία και τους φορείς να διεκδικήσει την επαναφορά ενός αποτελεσματικότερου πλαισίου περιβαλλοντικού ελέγχου και να ζητήσουμε από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και την κυβέρνηση να προβεί στις αναγκαίες ρυθμίσεις, μέσα από τις Υπουργικές Αποφάσεις που προβλέπονται το επόμενο διάστημα, ώστε να αμβλυνθούν οι συνέπειες από το νόμο.
Σε αυτή την κατεύθυνση, ακόμα και μετά την ψήφιση του νόμου, σας ενημερώνουμε για τις δικές μας προτάσεις, τις οποίες έχουμε ήδη κοινοποιήσει και στην ηγεσία του ΥΠΕΚΑ.

4. Προτάσεις για την περιβαλλοντική αδειοδότηση
Αναλυτικά, οι προτάσεις μας περιλαμβάνονται στην πρόσφατη Έκθεση (βλ. http://www.callisto.gr/neaByArticle.php?id=197 ).

Συνοπτικά, προτείνονται διάφορες μέθοδοι για την κατοχύρωση της ανεξαρτησίας των ΜΠΕ και γενικότερα του ελεγκτή από το ελεγχόμενο, όπως η ανάληψη ΜΠΕ για έργα με σημαντικές επιπτώσεις από δημόσιες υπηρεσίες, φορείς ή ερευνητικά κέντρα, η διαμεσολάβηση και εγγύηση του Δημοσίου για Μελέτες που αναθέτονται σε ιδιώτες μελετητές (όπου το κόστος θα καταβάλλεται από τον ανάδοχο του έργου/δραστηριότητες προς κάποιο δημόσιο ταμείο, από το οποίο θα αμείβεται τελικά ο μελετητής), ή η δημιουργία ενός δημόσιου φορέα επίβλεψης, στο πρότυπο των Ανεξάρτητων Αρχών, της όλης διαδικασίας.

Επίσης, προτείνονται: η νομική κατοχύρωση της περιβαλλοντικής ευθύνης του μελετητή ή/και του αναδόχου, ώστε η υποβληθείσα μελέτη να μην περιέχει ανεπαρκή, λανθασμένα ή παραπλανητικά στοιχεία, η επικαιροποίηση και εξειδίκευση των προδιαγραφών των ΜΠΕ, ώστε να καλύπτουν επίσης και νέες κατηγορίες έργων/δραστηριοτήτων, η διευκόλυνση της πρόσβασης, μέσω πχ της συγκέντρωσής τους σε ειδικούς διαδικτυακούς τόπους, των ερευνητικών δεδομένων που υπάρχουν διαθέσιμα για το ελληνικό φυσικό περιβάλλον αλλά και η θεσμοθέτηση της υποχρέωσης των μελετητών να αναφέρονται σε αυτά, η θεσμοθέτηση της υποχρέωσης εκπόνησης Προγραμμάτων Παρακολούθησης των επιπτώσεων μεγάλων έργων υποδομής, πριν την κατασκευή, κατά την φάση κατασκευής και κατά τη φάση λειτουργίας των έργων, η ενίσχυση του χωροταξικού σχεδιασμού και η βελτίωση, συγκεκριμενοποίηση και εμβάθυνση των Ειδικών Χωροταξικών Πλαισίων και των αντίστοιχων Στρατηγικών Μελετών Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων.

Τέλος, προτείνονται τρόποι για την εμβάθυνση της κοινωνικής συμμετοχής κατά τη διαδικασία της δημόσιας διαβούλευσης, όπως η σύνταξη σε εθνική και περιφερειακή κλίμακα ενός καταλόγου των φορέων που θα προσκαλούνται να γνωμοδοτούν για την περιβαλλοντική αδειοδότηση έργων και δραστηριοτήτων, όπως Δήμοι, ΜΚΟ, συνδικαλιστικές ενώσεις κα, η ανάρτηση όλων των εγγραφών και μελετών προς διαβούλευση σε διαδικτυακό τόπο και η κατοχύρωση της δυνατότητας της αρμόδιας αρχής, κατόπιν σχετικού αιτήματος, να δίνει παράταση στις διαδικασίες διαβούλευσης.

Το σημαντικότερο όμως είναι η ουσιαστική συμπερίληψη των αποτελεσμάτων της διαδικασίας διαβούλευσης στη λήψη των αποφάσεων. Σε αυτή την κατεύθυνση, προτείνεται α) να περιλαμβάνεται υποχρεωτικά στο φάκελο της ΜΠΕ τεκμηριωμένη απάντηση σε κάθε γνωμοδότηση που κατατέθηκε κατά τη διάρκεια της διαβούλευσης στη φάση της προκαταρκτικής εξέτασης, και β) να περιλαμβάνεται στην τελική απόφαση ΕΠΟ αντίστοιχα τεκμηριωμένη απάντηση σε κάθε γνωμοδότηση που κατατέθηκε κατά τη διάρκεια της διαβούλευσης στη φάση της εξέτασης της ΜΠΕ.
Άμεσες βελτιώσεις του νέου Νόμου

Κατανοώντας ωστόσο ότι οι παραπάνω προτάσεις κινούνται σε διαμετρικά αντίθετη κατεύθυνση από τον ψηφισμένο νόμο αλλά και από τις γενικότερες κυβερνητικές επιλογές, είμαστε υποχρεωμένοι να ζητήσουμε και κάποιες άμεσες ρυθμίσεις, με βάση το υφιστάμενο πια νομικό πλαίσιο, με σκοπό την άμβλυνση των επιπτώσεων από την εφαρμογή του.

– Για τη νέα κατηγοριόποιηση:
Όπως αναφέρθηκε, σύμφωνα με το νέο νόμο εντός ένα μήνα θα καθοριστεί με Υπουργική Απόφαση η νέα κατάταξη των έργων/δραστηριοτήτων στις κατηγορίες Α (για την οποία απαιτείται εκπόνηση ΜΠΕ και Απόφαση Έγκριση Περιβαλλοντικών Όρων) και Β (στην οποία απαλλάσσονται). Δυστυχώς, την ώρα που ψηφιζόταν ο νόμος δεν γνωρίζαμε τίποτα για τη νέα κατάταξη. Ωστόσο, σύμφωνα με τις αριθμητικές προβλέψεις που περιλαμβάνει η Εισηγητική Έκθεση, φαίνεται πως για τη νέα κατάταξη θα χρησιμοποιηθεί ως βάση αναφοράς η υφιστάμενη.

Σε αυτή την περίπτωση, θα θέλαμε να επισημάνουμε μια σειρά έργων που κατατάσσονται αυτή τη στιγμή στην κατηγορία Β θα πρέπει να μεταφερθούν στην Α, καθώς οι περιβαλλοντικές τους επιπτώσεις δεν μπορούν να προβλεφθούν και να αντιμετωπιστούν με οριζόντιες ρυθμίσεις, όπως είναι αυτές των ΠΠΔ, αλλά αντίθετα χρειάζονται εξειδικευμένες μελέτες και προβλέψεις.
Ειδικότερα, καταθέτουμε τις παρακάτω ενδεικτικές προτάσεις ανά ομάδα έργων/δραστηριοτήτων, με βάση πάντα τη σημερινή κατάταξη (ΚΥΑ 15393/2332/2002), καθώς και την πρόταση για τη νέα κατηγοριοποίηση που περιλαμβάνεται στη σχετική μελέτη που έχει εκπονηθεί, και η οποία μας είχε κοινοποιηθεί από την προηγούμενη ηγεσία του ΥΠΕΚΑ:

Ομάδα 1 – Έργα Οδοποιίας

a) (α/α 1): Όλοι οι αυτοκινητόδρομοι και οι οδοί ταχείας κυκλοφορίας, καθώς και τα έργα κατασκευής νέων οδών με τέσσερις και άνω λωρίδες κυκλοφορίας προτείνεται να καταταχθούν στην Α1. Τα έργα αυτά πρέπει να εξετάζονται από την κεντρική διοίκηση αφού αποτελούν προϊόν εθνικού σχεδιασμού και οι επιπτώσεις ή ακόμα και το μέγεθός τους ξεπερνούν την κλίμακα της περιφέρειας (πχ Εγνατία, ΠΑΘΕ κα).
b) (α/α 3) Οδοί διατομής Δ, Ε, Ζ, Η ή ισοδύναμων κατατάσσονται στο σύνολο τους στη Β, τη στιγμή μάλιστα που (α/α 5) αγροτικές οδοί, δασικοί δρόμοι, ποδηλατόδρομοι, πεζόδρομοι είναι στην Α.
Προτείνεται οι οδοί, οι αγροτικοί οδοί και οι δασικοί οδοί να καταταχθούν στην Α2, ενώ οι ποδηλατόδρομοι και πεζόδρομοι μπορούν, ανάλογα με το μήκος, να υποβιβαστούν και στη Β.

Ομάδα 2 – Υδραυλικά Έργα

a) (α/α 1) Ταμιευτήρες < 0,5 εκ. Μ3 (ενδεικτικό παράδειγμα: μια τεχνητή λίμνη με μέγιστο βάθος 10 μ., μέγιστο πλάτος 100 μ. και μήκος 2 χλμ) πρέπει να παραμείνουν στην Α2, ή να μειωθεί αισθητά το όριο.
b) (α/α 5) Αρδευτικά, αποστραγγιστικά και συναφή έργα για μέχρι 15.000 στρ. πρέπει να παραμείνουν στην Α2, ή να μειωθούν αισθητά τα όρια.
(α/α 6) Υδρευτικές γεωτρήσεις μέχρι 200.000 m3/έτος, πρέπει να παραμείνουν στην Α2 ή να μειωθούν αισθητά τα όρια.
(α/α 16) Υδροηλεκτρικά Έργα πρέπει να εντάσσονται στο σύνολό τους στην Α1, αφού οι επιπτώσεις τους είναι μεγάλου εύρους και μεγάλης γεωγραφικής κλίμακας, ίσης τουλάχιστον με την υδρολογική λεκάνη στην οποία εντάσσονται, η οποία μπορεί να υπερβαίνει και την κλίμακα της Περιφέρειας. Τα Μικρά Υδροηλεκτρικά Έργα, παρά το γεγονός ότι θεωρούνται ΑΠΕ, έχουν επίσης σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να καταταχθούν στην κατηγορία Β. Το ίδιο ισχύει για τα αιολικά πάρκα.

Ομάδα 4 – Συστήματα Υποδομών

a) (α/α 5). Υγειονομική ταφή μη επικινδύνων στερεών αποβλήτων: προτείνεται το σύνολο των έργων να παραμείνει στην κατηγορία Α, και η διάκριση τους σε Α1 και Α2 να γίνεται με ποσοτικά κριτήρια.
b) (α/α 9) Οργανωμένοι χώροι διάθεσης αδρανών υλικών. Προτείνεται να κατατάσσονται στην Α2, καθώς πολλοί από αυτούς έχουν μεγάλες περιβαλλοντικές επιπτώσεις.

Ομάδα 5 – Εξορυκτικά Έργα

a) (α/α 2,4 και 5). Το σύνολο των έργων υπόγειας εξόρυξης επιφανειακών ορυκτών, μεταλλευμάτων και μη μεταλλικών προτείνεται να παραμείνει στην Α1, ή έστω να διαχωριστούν με κριτήρια ποσότητα του εξορυκτέου υλικού.
b) (α/α 7, 8, 9 και 10). Τα έργα εξόρυξης μαρμάρων και γρανιτών, αδρανών υλικών και αμμοληψιών έκτασης ως 50 στρ. προτείνεται να παραμείνουν στην Α2.
c) (α/α 13) Οι Ερευνητικές εργασίες υδρογονανθράκων εκτός γεωτρήσεων (π.χ. σεισμογραφικές γεωφυσικές) δεν αναφέρουν κατηγορία.
d) (α/α 15) Η κατηγορία έργων «Γεωτρήσεις για την αποθήκευση πυρηνικών καυσίμων» προτείνεται να αφαιρεθεί ολοκληρωτικά γιατί καμία τέτοια δραστηριότητα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, στο βαθμό ιδιαίτερα που η Ελλάδα δεν προβλέπεται να αποκτήσει πυρηνικές εγκαταστάσεις.

Ομάδα 6 – Τουριστικές Εγκαταστάσεις – Εργασίες Πολεοδομίας

a) (α/α 7) Συνεδριακά κέντρα, προτείνεται να μείνουν στην Α2.
b) (α/α 11) Γήπεδα και αθλητικές εγκαταστάσεις, προτείνεται να παραμείνουν στην Α2.
c) (α/α 13) Υπεραγορές (super markets), συγκροτήματα καταστημάτων, πολυκαταστήματα, εμπορικά ως 5.000 m3, προτείνεται να παραμείνουν στην Α2 (εκτός αν εντάσσονται σε ευρύτερο χωροταξικό σχεδιασμό).
d) Αντίστοιχος προβληματισμός για τα κτήρια γραφείων (α/α 14) και ακόμα περισσότερο για τους χώρους στάθμευσης (α/α 19), για τους οποίους προτείνεται λόγω περίπλοκων συνεπειών να εντάσσονται στο σύνολό τους στην Α2.
Για τις υπόλοιπες ομάδες (έργα και δραστηριότητες κτηνοτροφικές, γεωργικές, βιοτεχνικές και βιομηχανικές) απαιτείται προσεκτική και κατά περίπτωση αξιολόγηση των ποσοτικών ορίων κατάταξης των δραστηριοτήτων στην Α ή τη Β κατηγορία.

– Για τις Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις:
Για τα έργα και τις δραστηριότητες που θα βρεθούν στην κατηγορία Β, απαιτείται προσεκτική και κατά περίπτωση μελέτη των αναγκαίων Πρότυπων Περιβαλλοντικών Δεσμεύσεων. Το ζήτημα αυτό είναι εξαιρετικά σύνθετο και πρέπει να προηγηθεί εκτενής διάλογος που να εμπλέκει και να αξιοποιεί τις γνώσεις όλων των επιστημονικών φορέων, ενώ το σχέδιο της σχετικής Υπουργικής Απόφασης πρέπει να δοθεί στη δημοσιότητα και στη δημόσια διαβούλευση για επαρκές χρονικό διάστημα, ώστε να προλάβουν να γνωμοδοτήσουν όλοι οι αρμόδιοι επιστημονικοί και κοινωνικοί φορείς.

– Για το στάδιο προκαταρκτικής αξιολόγησης:
Προτείνεται το στάδιο του Προκαταρκτικού Προσδιορισμού Περιβαλλοντικών Απαιτήσεων, καθώς και το πρώτο στάδιο της δημόσιας διαβούλευσης που περιλαμβάνεται προαιρετικά σε αυτό, να καταστούν υποχρεωτικά, τουλάχιστον για όλα τα έργα της Α1 κατηγορίας.

– Για τους ιδιώτες αξιολογητές:
Η εκχώρηση της αξιολόγησης των ΜΠΕ και της σύνταξης σε ιδιώτες αξιολογητές είναι μια αρνητική εξέλιξη. Στο βαθμό που κατοχυρωθεί, χρειάζεται να συνοδευθεί από όσο το δυνατό πιο αυστηρά μέτρα, τα οποία θα προσπαθούν να διαφυλάξουν το αδιάβλητο της διαδικασίας και να περιορίσουν φαινόμενα διαπλοκής. Σε αυτή την κατεύθυνση θα πρέπει να τηρούνται απαρέγκλιτα οι διαδικασίες τυχαίας επιλογής του ιδιώτη πιστοποιημένου αξιολογητή, να ελέγχεται από την αρμόδια υπηρεσία –η οποία διατηρεί στο ακέραιο την ευθύνη της τελικής έγκρισης – κάθε προτεινόμενο σχέδιο Απόφασης Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων, να διενεργούνται τακτικοί και ενδελεχείς δειγματοληπτικοί έλεγχοι που να ελέγχουν και την αξιοπιστία των ΜΠΕ και κάθε παρατυπία να στερεί από τον ιδιώτη μελετητή το δικαίωμα να αναλάβει άλλη παρόμοια εργασία.

– Για την αξιοπιστία των ΜΠΕ:

Τέλος, οι ρυθμίσεις που υιοθετεί ο νόμος για το νέο θεσμό των ιδιωτών αξιολογητών, θα μπορούσαν να ισχύσουν και για τους μελετητές που συντάσσουν τις ΜΠΕ: σε παρόμοια κατεύθυνση κινούνταν άλλωστε και οι προηγούμενες προτάσεις μας. Έτσι, κάθε ανάδοχος ενός έργου/δραστηριότητας θα μπορούσε να καταβάλλει στο Πράσινο Ταμείο (ή σε άλλο ανάλογο δημόσιο ταμείο) ένα τέλος ίσο με το προϋπολογισμένο κόστος μιας Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων για το έργο ή τη δραστηριότητά του. Το Ταμείο, ή άλλη υπηρεσία, θα μπορούσε να επιλέγει με τυχαίο τρόπο κάποιον πιστοποιημένο μελετητή από ένα αντίστοιχο Μητρώο που θα τηρεί το ΥΠΕΚΑ για να αναλάβει τη σύνταξη της ΜΠΕ και να τον αμείβει από αυτό το έσοδο. Έτσι, ο μελετητής δεν θα επιλέγεται, δεν θα αμείβεται και δεν εξαρτάται άμεσα από τον ανάδοχο του έργου. Αν μετά τον έλεγχο κριθεί ότι ο μελετητής έχει κάνει σημαντικές παραλείψεις ή λάθη, θα πρέπει να εξαιρείται από μελλοντικά έργα.

Η πρόταση αυτή, η οποία έχει κατατεθεί πριν από την τελική διαμόρφωση του νομοσχεδίου και υιοθετήθηκε σχεδόν αυτούσια για το θεσμό των αξιολογητών, θα μπορούσε πια με τον ίδιο τρόπο να ισχύσει τουλάχιστον και για τους συντάκτες των ΜΠΕ, συμβάλλοντας σημαντικά στην αξιοπιστία της όλης διαδικασίας.

econews, ΚΑΛΛΙΣΤΩ

Σχόλια