ΙΟΒΕ: θετικές προοπτικές για τις ιχθυοκαλλιέργειες

0
1122

Περιβάλλον- Ενέργεια- Οικολογία

Στα σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα, τις προοπτικές αλλά και τις προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπίσει ο κλάδος της ιχθυοκαλλιέργειας αναφέρεται μελέτη του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) για τον κλάδο.

Όπως σημειώνεται στη μελέτη του ΙΟΒΕ, πλεονεκτήματα όπως το φυσικό περιβάλλον της χώρας, η ισχυρή παραγωγική βάση του κλάδου και το υψηλό επίπεδο διείσδυσης στις διεθνείς αγορές, καθιστούν την ελληνική ιχθυοκαλλιέργεια μια από τις δραστηριότητες με στρατηγική σημασία για το νέο αναπτυξιακό πρότυπο της εγχώριας οικονομίας.

Ωστόσο για να γίνει αυτό απαιτείται η αντιμετώπιση μιας σειράς προβλημάτων – αδυναμιών που απειλούν την ανάπτυξη του κλάδου:

• Η χρηματοοικονομική κατάσταση πολλών επιχειρήσεων του κλάδου είναι αρκετά επισφαλής λόγω της υψηλής δανειακής πίεσης και του υψηλού όγκου βιολογικών αποθεμάτων σε σχέση με τις βιολογικές πωλήσεις ως αποτέλεσμα της ραγδαίας αύξησης του παραγωγικού δυναμικού (μέσω εκτενούς μόχλευσης με ξένα κεφάλαια) και της συνακόλουθης πτώσης των τιμών και της ζήτησης τη διετία 2008/2009.

• Η μικρότερη συγκέντρωση του κλάδου σε σύγκριση με το λιανικό εμπόριο ψαριών στις κύριες αγορές, όπου επικρατούν λίγες μεγάλες αλυσίδες σουπερμάρκετ, έχει ως αποτέλεσμα οι εγχώριες επιχειρήσεις να έχουν χαμηλή διαπραγματευτική δύναμη έναντι των αγοραστών, συμπιέζοντας τα περιθώρια κέρδους και την αποδοτικότητά τους.

• Ο κατακερματισμός του κλάδου δεν βοηθάει στην ανάληψη δράσεων κοινού ενδιαφέροντος, όπως συντονισμένες καμπάνιες προώθησης του προϊόντος, διεξαγωγή μελετών για δυνητικές εξαγωγικές αγορές και τη συνεργασία μεταξύ των παραγωγών και των ερευνητικών κέντρων, ενώ υπάρχει και έλλειψη έγκαιρης πληροφόρησης με στοιχεία εξέλιξης της αγοράς.

•Χωρίς συντονισμένη προσπάθεια, η προώθηση του προϊόντος από τους μεμονωμένους παραγωγούς είναι ιδιαίτερα δύσκολη. Επιπλέον, λίγα προϊόντα του κλάδου χαίρουν κάποιου είδους πιστοποίησης (ονομασία προέλευσης, γεωγραφική ένδειξη, κ.λπ.).

•Σε μεσοπρόθεσμο χρονικό ορίζοντα, ο κλάδος απειλείται από εξελίξεις όσον αφορά στον ανταγωνισμό από άλλες χώρες και προϊόντα, καθώς και από εξελίξεις σε άλλα τμήματα της αλυσίδας αξίας, όπου η επιχειρηματική συγκέντρωση είναι υψηλότερη σε σύγκριση με το τμήμα της καλλιέργειας.

Επιπλέον ο κλάδος της ιχθυοκαλλιέργειας αντιμετωπίζει μόνιμες απειλές σχετικές με το φυσικό περιβάλλον (μόλυνση, ακραία καιρικά φαινόμενα, ασθένειες κ.α.).

Για την αντιμετώπιση των παραπάνω προκλήσεων η μελέτη του ΙΟΒΕ υπογραμμίζει την ανάγκη καλύτερου συντονισμού μεταξύ των επιχειρήσεων για δράσεις κοινού ενδιαφέροντος.

 

Καλύτερη πληροφόρηση για την κατάσταση της αγοράς και αυξημένη συνεργασία με ερευνητικά κέντρα μπορεί να περιορίσουν σημαντικά την ενδογενή κυκλικότητα που χαρακτηρίζει τον κλάδο, μειώνοντας την απειλή πτώσης των τιμών, βελτιώνοντας ταυτόχρονα τις ευκαιρίες για καινοτομία και για συντονισμένη προώθηση των προϊόντων.

Ανάμεσα στις σημαντικές κατευθύνσεις καινοτομίας συγκαταλέγεται και η διαφοροποίηση των ειδών που καλλιεργούνται στα ιχθυοτροφία, όπου υπάρχουν αρκετά καλές προοπτικές.

Στις στρατηγικές κινήσεις οι οποίες κρύβουν ευκαιρίες για το μέλλον συγκαταλέγεται και η απόκτηση περαιτέρω τεχνογνωσίας, μέσω προώθησης μακροχρόνιων συμφωνιών με μεγάλους ξένους ομίλους που δραστηριοποιούνται στην εκτροφή σολομού ή την απόκτηση εξειδικευμένων στελεχών από αυτές τις επιχειρήσεις.

Ο βελτιωμένος συντονισμός μεταξύ των επιχειρήσεων είναι κρίσιμος για να ξεπεραστεί η δυσκολία της προώθησης του φρέσκου ελληνικού ψαριού ως επώνυμου προϊόντος.

Η κατάσταση του κλάδου σήμερα

Η Ελλάδα κατέχει ηγετική θέση στις ιχθυοκαλλιέργειες τσιπούρας και λαβρακίου, ενώ στους σημαντικούς παραγωγούς περιλαμβάνονται η Τουρκία, η Ισπανία και η Ιταλία.  Με εκτιμώμενη παραγωγή 123.000 τόνους το 2010 (40.000 τόνοι λαβράκι και 83.000 τόνοι τσιπούρα) και μέσο ετήσιο ρυθμό μεγέθυνσης της παραγωγής της τάξης του 7,4% από το 2000 μέχρι το 2009, αποτελεί το σημαντικότερο παραγωγό τσιπούρας – λαβρακίου σε διεθνές επίπεδο, με μερίδιο 48,6% επί της συνολικής παραγωγής.

Ισχυρότερη είναι η θέση της χώρας μας στην παραγωγή τσιπούρας, όπου συγκεντρώνει το 54% περίπου της διεθνούς παραγωγής.

Επίσης, αποτελεί το μεγαλύτερο εξαγωγέα τσιπούρας και λαβρακίου σε παγκόσμιο επίπεδο, με το σύνολο των εξαγωγών της να σημειώνει την περίοδο 2006-2009 μέσο ετήσιο ρυθμό μεγέθυνσης 11% και να φτάνει το 2009 τους 103.000 τόνους, από 75.600 τόνους το 2006.

Προοπτικές

Το 2010 υπήρξε σχετικά καλύτερο έτος για τις μεγάλες επιχειρήσεις του κλάδου, οι οποίες επωφελήθηκαν από την αύξηση της ζήτησης στις αγορές του εξωτερικού, αντισταθμίζοντας τις απώλειες στην εγχώρια αγορά.

Ωστόσο, οι πρόσφατες βελτιωμένες επιδόσεις δεν πρέπει να δημιουργούν εφησυχασμό, καθώς οι δομικές αδυναμίες (μεγάλη διάρκεια του κύκλου παραγωγής, ελλιπής διαφοροποίηση, κ.λπ.) και οι έντονες χρηματοοικονομικές δυσκολίες (υψηλή δανειακή πίεση και υψηλά βιολογικά αποθέματα, ανεπαρκής ρευστότητα) δεν έχουν αντιμετωπιστεί επαρκώς.

Για το 2011 εκτιμάται ότι θα υπάρξει καλύτερη ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης, η οποία θα οδηγήσει σε βελτίωση της επίδοσης της αγοράς και καλύτερες τιμές συγκριτικά με το 2010.

Παρά την αβεβαιότητα των εκτιμήσεων σχετικά με το επίπεδο των βιολογικών αποθεμάτων του κλάδου, είναι πιθανό το ενδεχόμενο η παραγωγή κατά το 2011 να υποχωρήσει ελαφρά, λόγω της έλλειψης ρευστότητας αρκετών επιχειρήσεων σε Ελλάδα και Ισπανία και της αβεβαιότητας των προοπτικών της ζήτησης σε κύριες αγορές τσιπούρας και λαβρακίου.

Ο περιορισμός των βιολογικών αποθεμάτων και της ποσότητας νέων ψαριών προς ανάπτυξη, λόγω αδυναμίας χρηματοδότησης, μπορεί να οδηγήσει σε σταθεροποίηση των τιμών την επόμενη διετία σε επίπεδα υψηλότερα του κόστους παραγωγής. Όμως, το πως τελικά θα εξελιχθούν οι τιμές, εξαρτάται και από την αντίδραση ανταγωνιστικών παραγωγών, όπως η Τουρκία, και το επίπεδο της παραγωγής που θα επιλέξουν, καθώς και από τις ανταγωνιστικές πιέσεις που θα δεχθεί ο κλάδος από υποκατάστατα προϊόντα χαμηλότερης τιμής.

 

Πηγή ΙΟΒΕ

 

econews

Σχόλια