Οι ΜΚΟ για τον φορέα έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων

0
13

Περιβάλλον Ενέργεια Οικολογία:

Με αφορμή τη δημόσια διαβούλευση για τη σύσταση κρατικού φορέα έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων, οι περιβαλλοντικές οργανώσεις Αρχέλων, Δίκτυο Μεσόγειος SOS, Καλλιστώ και Greenpeace επιθυμούν με την παρούσα επιστολή να εκφράσουν την έντονη ανησυχία και την αντίθεσή τους προς ένα τέτοιο ενδεχόμενο, θέτοντας παράλληλα ένα διαφορετικό πλαίσιο συζήτησης στο δημόσιο διάλογο που πραγματοποιείται.

Για τους λόγους που παρατίθενται στη συνέχεια του παρόντος κειμένου, είμαστε πεπεισμένοι ότι η εκμετάλλευση τυχόν κοιτασμάτων υδρογονανθράκων δεν αποτελεί λύση για την οικονομική ανάκαμψη της χώρας μας και ελλοχεύει τεράστιους κινδύνους για το φυσικό περιβάλλον και τις ανθρώπινες κοινωνίες. Επιπλέον, κρατάει δέσμια την Ελλάδα σε ένα μη-βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης, ενώ συνεισφέρει στην ενίσχυση του φαινομένου του θερμοκηπίου και την αλλαγή του κλίματος, μια από τις μεγαλύτερες απειλές για όλες τις μεσογειακές χώρες.

Ακόμα και αν:

α) ευσταθούν οι ισχυρισμοί περί ύπαρξης εμπορικά εκμεταλλεύσιμων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων που θα μπορούσαν να καλύψουν μέρος της εγχώριας ζήτησης σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο, και

β) το κόστος έρευνας, εντοπισμού και εκμετάλλευσης αυτών δεν είναι απαγορευτικό,

η εξόρυξη δεν πρέπει να προχωρήσει, για σοβαρούς περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς και οικονομικούς λόγους.

Πιο συγκεκριμένα:

Καταστροφικές συνέπειες για τη Μεσόγειο

Στον απόηχο της μεγαλύτερης οικολογικής καταστροφής στην ιστορία των ΗΠΑ (Κόλπος του Μεξικό), και ενώ η Επιτροπή του Λευκού Οίκου υπήρξε καταδικαστική, όχι μόνο για τη BP, αλλά για το σύνολο της πετρελαϊκής βιομηχανίας, αναφορικά με τις εξορύξεις σε μεγάλα βάθη, θα πρέπει να αναλογιστούμε τις συνέπειες ενός ατυχήματος στη Μεσόγειο. Το πετρέλαιο έχει αργούς ρυθμούς διάσπασης σε κλειστές θάλασσες, όπως η Μεσόγειος, με αποτέλεσμα να χρειάζονται πολλές δεκαετίες μέχρι την πλήρη του βιοδιάσπαση. Συνεπώς, αναμένεται ότι οι επιπτώσεις στη θαλάσσια βιοποικιλότητα και τις ανθρώπινες κοινωνίες θα έχουν διάρκεια πολλών δεκαετιών.

Η διαρροή πετρελαίου στο θαλάσσιο περιβάλλον επηρεάζει δυσμενώς την επιτυχία αναπαραγωγής, το μεταβολισμό, τη συμπεριφορά, τη φυσιολογία και την ανάπτυξη των ειδών, καθώς και τη γενικότερη λειτουργία των φυσικών οικοσυστημάτων. Εξαιτίας των πολύπλοκων τροφικών σχέσεων που αναπτύσσονται μεταξύ των οργανισμών (από τους μικροοργανισμούς, το πλαγκτόν, το βένθος, τη θαλάσσια βλάστηση, τα ψάρια, μέχρι και τους ανώτερους οργανισμούς και, φυσικά, τον ίδιο τον άνθρωπο), αλλά και της αλληλεπίδρασής τους με το περιβάλλον, οι αλλαγές που υπεισέρχονται σε επίπεδο ποικιλότητας ειδών και ενδιαιτημάτων δύνανται να έχουν καταστροφικές, βραχυ- και μακρο-πρόθεσμες, συνέπειες.

Πέραν της επίδρασής του στο θαλάσσιο περιβάλλον, το πετρέλαιο μεταφέρεται υπό τη δράση των ανέμων, των θαλάσσιων ρευμάτων, των κυμάτων και της παλίρροιας, καταλήγοντας στις ακτές. Η επικόλλησή του στις βραχώδεις επιφάνειες, αλλά και η ενσωμάτωσή του στο αμμώδες υπόστρωμα παρατείνει τη διάρκεια των επιπτώσεων.

Είναι πολύ σημαντικό να επισημανθεί ότι ένα πιθανό ατύχημα κατά την εξόρυξη δεν είναι ο μόνος περιβαλλοντικός κίνδυνος που σχετίζεται με τις διαδικασίες εξόρυξης πετρελαίου και φυσικού αερίου. Σε όλα τα στάδια της παραγωγικής διαδικασίας, σημαντικές ποσότητες πετρελαίου και άλλων ρύπων καταλήγουν στο περιβάλλον, υποβαθμίζοντάς το. Για παράδειγμα, απελευθερώνονται στην ατμόσφαιρα οξείδια του αζώτου, του θείου, καθώς και άλλες επικίνδυνες ουσίες, όπως βενζόλιο. Επιπλέον, η μόνιμη καύση αερίων στους πυρσούς των εγκαταστάσεων (flaring of gas) για τον έλεγχο της πίεσης εκλύει βαρέα μέταλλα και άλλες τοξικές ουσίες στον αέρα. Σημαντικά ζητήματα προκύπτουν, επίσης, από την καταστροφή φυσικών ενδιαιτημάτων για την κατασκευή των απαραίτητων συνοδευτικών υποδομών.
Το θαλάσσιο και παράκτιο οικοσύστημα ήδη υφίσταται σημαντική υποβάθμιση από χερσαίες και θαλάσσιες δραστηριότητες, μια κατάσταση που σε περίπτωση υλοποίησης εξορυκτικών δραστηριοτήτων αναμένεται να επιβαρυνθεί περαιτέρω Οι δε υπάρχουσες οικονομικές δραστηριότητες, όπως η αλιεία και ο τουρισμός, θα πληγούν ανεπανόρθωτα, καταδικάζοντας έτσι την ευημερία πολλών τοπικών κοινωνιών, αλλά και τη δημόσια υγεία.

Υπερεκτίμηση αναμενόμενου οικονομικού οφέλους

Ακόμα και αν τελικά ευσταθούν οι ισχυρισμοί περί ύπαρξης κοιτασμάτων υδρογονανθράκων αξίας 100 δις €, τα οποία θα μπορούσαν να επιφέρουν στο ελληνικό δημόσιο συνολικά έσοδα αξίας περίπου 50 δις € σε ένα χρονικό διάστημα 30 ετών, αυτά ωχριούν μπροστά στην οικονομική καταστροφή που θα επιφέρει ένα ατύχημα. Υπενθυμίζεται ότι ο τουρισμός στη χώρα μας (εσωτερικός και εξωτερικός τουρισμός και έμμεσες επιπτώσεις) και η αλιεία αντιστοιχούν περίπου στο 15-17% του ΑΕΠ, συνολικά δηλαδή περίπου 40 δις € ετησίως. Οι δυο συγκεκριμένοι τομείς απασχολούν εκατοντάδες χιλιάδες εργαζομένων, συμβάλλοντας περίπου κατά 20% στην απασχόληση. Όπως προαναφέρθηκε, ένα ατύχημα από γεώτρηση σε μεγάλο βάθος θα έχει καταστροφικές επιπτώσεις που θα διαρκέσουν πολλές δεκαετίες. Το οικονομικό πλήγμα δηλαδή για τη χώρα μας θα μπορούσε δυνητικά να αγγίξει το 1 τρις €.

Ενάντια στις πολιτικές για την αντιμετώπιση των κλιματικών αλλαγών

Το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει τη συστράτευση με τις φωνές εκείνων που οραματίζονται τη στροφή σε ένα βιώσιμο μονοπάτι που εξασφαλίζει το μέλλον των επόμενων γενεών. Η άντληση και χρήση των τελευταίων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων σε καμία περίπτωση δε συνάδει με ένα τέτοιο όραμα, παρά μόνο διασφαλίζει ότι αυξάνονται επικίνδυνα οι παγκόσμιες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα, με ανυπολόγιστες συνέπειες για τη χώρα μας και τον πλανήτη.

Είναι άλλωστε δεδομένο πως η Μεσόγειος έχει χαρακτηριστεί ως ιδιαίτερα ευάλωτη περιοχή στις επιπτώσεις της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Άνοδος της πλανητικής θερμοκρασίας άνω των 2°C θα έχει καταστροφικές επιπτώσεις για τη χώρα μας. Ξηρασίες, καύσωνες, αυξημένη συχνότητα και ένταση πυρκαγιών, άνοδος της στάθμης της θάλασσας, κατάρρευση της αγροτικής παραγωγής, συρρίκνωση της βιοποικιλότητας και σημαντικές επιπτώσεις στην υγεία του πληθυσμού της χώρας και στην οικονομία, είναι μερικές μόνο συνέπειες από τη συνεχιζόμενη χρήση ορυκτών καυσίμων τις επόμενες δεκαετίες. Ενδεικτικά αναφέρεται η πρόσφατη μελέτη του προγράμματος Ensembles της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο προβλέπει κατά μέσο όρο 6-24 ημέρες καύσωνα για τη Μεσόγειο την περίοδο 2021-50 και 27-67 ημέρες καύσωνα την περίοδο 2071-2100.

Σύμφωνα με τις υποδείξεις της Διακυβερνητικής Επιτροπής του ΟΗΕ για τις Κλιματικές Αλλαγές (IPCC), τα αναπτυγμένα κράτη θα πρέπει να μειώσουν τις εκπομπές τους κατά 25-40% ως το 2020, και όσο πιο κοντά στο μηδέν είναι εφικτό, ως το μέσα του αιώνα, προκειμένου να υπάρξουν αυξημένες πιθανότητες διατήρησης της ανόδου της θερμοκρασίας κάτω από +2°C. Οι εισηγήσεις της IPCC έγιναν αποδεκτές από τα κράτη-μέλη των Ηνωμένων Εθνών στην πρόσφατη διάσκεψη για το κλίμα στο Κανκούν. Αυτό συνεπάγεται μείωση της καύσης ορυκτών καυσίμων και μετάβαση σε ένα μοντέλο ανάπτυξης, βασικοί πυλώνες του οποίου θα είναι η εξοικονόμηση ενέργειας και οι ΑΠΕ. Εκτιμάται ότι, τυχόν καύση ποσοστού άνω του 25% των υπαρχόντων εκμεταλλεύσιμων αποθεμάτων πετρελαίου, θα επιφέρει καταστροφικές κλιματικές αλλαγές.

Πρόταση αντί επιλόγου

Αντί της προτεινόμενης σύστασης κρατικού φορέα έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων, αναγνωρίζουμε την ανάγκη της σύστασης κρατικού φορέα συντονισμού και προώθησης των απαραίτητων δράσεων για την εξοικονόμηση ενέργειας και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Στον αντίποδα κάποιου υποθετικού δυναμικού, ο συγκεκριμένος φορέας θα έχει να διαχειριστεί ένα τεράστιο, ήδη γνωστό και απολύτως αξιοποιήσιμο «εδώ και τώρα» δυναμικό εξοικονόμησης ενέργειας και παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Τα παρατηρούμενα προβλήματα και καθυστερήσεις, η γραφειοκρατία, οι επικαλυπτόμενες αρμοδιότητες υπηρεσιών και υπουργείων οδηγούν πρακτικά σε ακυρώσεις έργων. Ρόλος του νέου φορέα θα είναι να ανατρέψει αυτή την πραγματικότητα, με ποσοτικούς στόχους και χρονοδιαγράμματα.

Για το econews

Newslink Hellas

Σχόλια