Τεράστια η αξία των αποθεμάτων μετάλλων στη Β. Ελλάδα

0
60

Περιβάλλον- Ενέργεια- Οικολογία.

Ημερίδα με θέμα «Ο Ορυκτός Πλούτος της Βορείου Ελλάδος» διοργανώθηκε στη Θεσσαλονίκη από το Σύνδεσμο Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος και την οικονομική εφημερίδα Εξπρές.

Σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας «Καθημερινή», σημαντικά οφέλη για την εθνική οικονομία και τη βιώσιμη ανάπτυξη, μπορεί να αποφέρει η σωστή εκμετάλλευση του τεράστιου φυσικού πλούτου, από ορυκτά μεταλλεύματα και γεωθερμικά πεδία που διαθέτει η Βόρεια Ελλάδα.

Η Βόρεια Ελλάδα αποτελεί μια από τις πλουσιότερες κοιτασματολογικές περιφέρειες της Ευρώπης, με βάση τα αποθέματα και το μεταλλικό περιεχόμενο σε χρυσό, άργυρο, χαλκό, μόλυβδο και ψευδάργυρο, σύμφωνα με την παρουσίαση του οικονομολόγου- γεωλόγου και Γενικού Διευθυντή του Ινστιτούτου Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών ΙΓΜΕ Κεντρικής Μακεδονίας, Νίκου Αρβανιτίδη.

Σύμφωνα με τις τρέχουσες τιμές των μετάλλων, η αξία των βεβαιωμένων αποθεμάτων νικελίου, ψευδαργύρου, μολύβδου, χαλκού, χρυσού και αργύρου στην Μακεδονία και Θράκη, εκτιμούνται στα 20 δις ευρώ.

Ωστόσο, ένα πολύ μικρό μέρος της αξίας αυτής αξιοποιείται σήμερα παραγωγικά, τόνισε ο κ. Αρβανιτίδης.

«Τα δυναμικά αποθέματα που φιλοξενούνται στις υπάρχουσες μεταλλευτικές αλλά και σε νέες περιοχές κοιτασματολογικού ενδιαφέροντος, είναι σε θέση να πολλαπλασιάσουν το προαναφερόμενο οικονομικό μέγεθος», συμπλήρωσε ο ίδιος.

«Ο ορυκτός πλούτος της Βόρειας Ελλάδας είναι σημαντικός για την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα της Εξορυκτικής Βιομηχανίας της χώρας. Δυστυχώς το ποσοστό αξιοποίησης του ιδιαίτερα σε ότι αφορά τα μεταλλικά ορυκτά είναι πολύ χαμηλό», επισήμανε ο αναπληρωτής καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και Γενικός Διευθυντής του ΙΓΜΕ, Κ.Παπαβασιλείου.

«Η μη αξιοποίηση των σημαντικών κοιτασμάτων χρυσού στην Β. Ελλάδα, ιδιαίτερα σε μια τόσο δύσκολή συγκυρία είναι ένα θλιβερό γεγονός. Ιδιαίτερα όταν υπάρχει και το θεσμικό πλαίσιο και οι τεχνολογίες που εξασφαλίζουν μια βιώσιμη αξιοποίηση των κοιτασμάτων αυτών με όρους προστασίας του περιβάλλοντος», πρόσθεσε ο ίδιος.

Ο καθηγητής ΕΜΠ Κωνσταντίνος Τσακαλάκης πρότεινε την ανάληψη πρωτοβουλιών από την επιστημονική κοινότητα, «ώστε να μεταστραφεί η άποψη της κοινής γνώμης από διαρκή αντίδραση στη μεταλλευτική – μεταλλουργική δραστηριότητα τουλάχιστον σε ανοχή, προβάλλοντας τα θετικά σημεία της δραστηριότητας και πείθοντάς ότι, με τη βοήθεια της επιστήμης και της τεχνολογίας, οι όποιες δυσμενείς επιπτώσεις στο περιβάλλον αντιμετωπίζονται με το ελάχιστο κόστος».

Επίσης ο γεωλόγος του ΙΓΜΕ Απόστολος Αρβανίτης, αναφέρθηκε στα σημαντικότερα γεωθερμικά πεδία της Β. Ελλάδας.

Αυτά εντοπίζονται ανατολικά της Θεσσαλονίκης και πιο συγκεκριμένα στις λεκάνες Μυγδονίας, Στρυμόνα, Στρυμονικού Κόλπου, Δέλτα του Νέστου, Ξάνθης -Κομοτηνής, και Αλεξανδρούπολης -δέλτα Έβρου, ενώ σημαντικό ενδιαφέρον παρουσιάζει και η Σαμοθράκη, όπου τρεις γεωτρήσεις βάθους 40-120 m, που ανορύχθηκαν στο χώρο των θερμών πηγών, παράγουν μεγάλες ποσότητες ρευστών με τη θερμοκρασία των νερών να φτάνει μέχρι και τους 99oC, τόνισε ο κ. Αρβανίτης.

Παρά το μεγάλο γεωθερμικό δυναμικό του Βορειοελλαδικού χώρου, η αξιοποίησή του βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα και περιορίζεται στη θέρμανση κάποιων θερμοκηπιακών μονάδων, στη θέρμανση εδάφους για καλλιέργεια σπαραγγιών, στην ξήρανση αγροτικών προϊόντων, στην καλλιέργεια του μικροφύκους Spirulina  και τέλος στη λουτροθεραπεία και τον ιαματικό τουρισμό, διευκρίνισε ο ίδιος.

Μεταξύ των άλλων, η περιορισμένη αξιοποίηση των γεωθερμικών πεδίων αποδίδεται, στο υφιστάμενο νομικό πλαίσιο (Ν. 3175/2003) και στο γεγονός ότι το γεωθερμικό δυναμικό αντιμετωπίζεται με βάση το Μεταλλευτικό Κώδικα και όχι σαν Ανανεώσιμη Πηγή Ενέργειας, τόνισε ο κ. Αρβανίτης.

Σχόλια