H Ευρ. Επιτροπή κινεί νομικές διαδικασίες για το ζήτημα της εαρινής θήρας στη Μάλτα και θέτει στο αρχείο ανάλογη υπόθεση που αφορά την Κύπρο

0
7
Γενικού ενδιαφέροντος

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποστέλλει τελική προειδοποιητική αποστολή στη Μάλτα η οποία επιτρέπει το κυνήγι δύο ειδών πουλιών. Σύμφωνα με τη νομοθεσία της Μάλτας, επιτρέπεται το κυνήγι πουλιών την άνοιξη, εποχή καίριας σημασίας για την αποδημία και την αναπαραγωγή τους. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή καλεί τη Μάλτα να ευθυγραμμίσει τις διατάξεις που αφορούν το κυνήγι με την οδηγία της ΕΕ για την πτερωτή πανίδα. Σε μια άλλη ανάλογη υπόθεση, η Επιτροπή ανέστειλε τις νομικές διαδικασίες κατά της Κύπρου όσον αφορά την εαρινή θήρα, μετά από τη δέσμευση που ανέλαβε η Κύπρος να μην επιτρέψει μελλοντικά το κυνήγι κατά την περίοδο αυτή.Σχολιάζοντας την ενέργεια της Επιτροπής, ο αρμόδιος για το περιβάλλον Επίτροπος κ. Σταύρος Δήμας δήλωσε τα εξής: «Το βιώσιμο κυνήγι των άγριων πουλιών είναι δυνατό υπό τον όρο ότι διενεργείται υπό αυστηρούς όρους. Λαμβάνοντας τα εν λόγω μέτρα η Επιτροπή επιδιώκει να εξασφαλίσει ότι οι κανόνες για τη διατήρηση των ειδών άγριων πουλιών τηρούνται σε όλη την ΕΕ, ώστε να αποφευχθεί η απώλεια της βιοποικιλότητας.» Το κυνήγι στη Μάλτα την άνοιξη Πρόκειται για την τελική προειδοποίηση προς τη Μάλτα, μετά την πρώτη γραπτή προειδοποίηση τον Ιούλιο του 2006, που αφορά το κυνήγι του ορτυκιού (Coturnix coturnix) και του τρυγονιού (Streptopelia turtur) στη διάρκεια της άνοιξης. Το κυνήγι αυτών των αποδημητικών πουλιών διενεργείται κατά την επιστροφή τους από την Αφρική στους τόπους αναπαραγωγής τους στην Ευρώπη, προτού δηλαδή να έχουν την ευκαιρία να αναπαραχθούν. Ο αντίκτυπος στον πληθυσμό των πουλιών είναι κατά συνέπεια πολύ σημαντικότερος απ’ ό,τι το φθινόπωρο ή το χειμώνα, μετά δηλαδή την περίοδο αναπαραγωγής. Η Επιτροπή θεωρεί ότι υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις: το κυνήγι των δύο αυτών ειδών θα μπορούσε να διενεργείται το φθινόπωρο αντί για την άνοιξη. Η Κύπρος συμφωνεί να μην επιτρέψει μελλοντικά το κυνήγι την άνοιξη Τον Ιούνιο του 2007 η Επιτροπή απέστειλε πρώτη γραπτή προειδοποίηση στην Κύπρο σχετικά με διήμερη εξαίρεση από την απαγόρευση του κυνηγιού του τρυγονιού (Streptopelia turtur), στις 6 και 9 Μαΐου 2007, και προειδοποίησε ότι οποιαδήποτε μελλοντική εξαίρεση θα συνιστά γενική πρακτική κακής εφαρμογής της οδηγίας για τα άγρια πτηνά. Οι κυπριακές αρχές συμφώνησαν να μην επαναληφθεί η εξαίρεση και η Επιτροπή αποφάσισε να θέσει την υπόθεση στο αρχείο, μολονότι θα συνεχίσει να παρακολουθεί την κατάσταση στο μέλλον ώστε να εξασφαλίσει ότι κάθε εξαίρεση θα πρέπει να πληροί εξ ολοκλήρου την οδηγία για τα άγρια πτηνά. Οι διατάξεις για το κυνήγι σε επίπεδο ΕΕ Η κανονιστική ρύθμιση για το κυνήγι στην ΕΕ είναι η οδηγία του 1979 για τα άγρια πτηνά [1] . Μολονότι στην οδηγία προβλέπεται γενική απαγόρευση της θανάτωσης των άγριων πουλιών, επιτρέπεται το κυνήγι ορισμένων ειδών υπό τον όρο ότι τούτο δεν συμβαίνει κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγής ή της μετανάστευσής τους. Αυτές οι περίοδοι απαγόρευσης είναι καίριας σημασίας και προσφέρουν τη δυνατότητα ανανέωσης του πληθυσμού αυτών των πουλιών. Οι κυνηγετικές περίοδοι καθορίζονται σε εθνικό επίπεδο και διαφέρουν ανάλογα με το είδος και τη γεωγραφική τοποθεσία. Κατ’ εξαίρεση, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν τη σύλληψη ή τη θανάτωση πουλιών που καλύπτονται από την οδηγία εκτός της κανονικής κυνηγετικής περιόδου για περιορισμένο αριθμό λόγων, μολονότι οι εξαιρέσεις αυτές επιτρέπονται μόνον εφόσον δεν υπάρχει εναλλακτική λύση. Η Επιτροπή υποστηρίζει το βιώσιμο κυνήγι και το 2004 οι κυνηγοί και οι υπέρμαχοι της διατήρησης των πουλιών σε επίπεδο ΕΕ υπέγραψαν πρωτοποριακή συμφωνία για το βιώσιμο κυνήγι. Για περισσότερες λεπτομέρειες βλέπε: http://ec.europa.eu/environment/nature/conservation/wildbirds/hunting/index_en.htm Νομική διαδικασία Το άρθρο 226 της Συνθήκης εξουσιοδοτεί την Επιτροπή να κινεί νομικές διαδικασίες κατά των κρατών μελών που δεν τηρούν τις υποχρεώσεις τους. Όταν η Επιτροπή θεωρεί ότι ενδέχεται να στοιχειοθετείται παράβαση των διατάξεων του δικαίου της ΕΕ, που δικαιολογεί την κίνηση διαδικασίας επί παραβάσει, απευθύνει «επίσημη προειδοποιητική επιστολή» (πρώτη γραπτή προειδοποίηση) στο εμπλεκόμενο κράτος μέλος, με την οποία το καλεί να της υποβάλει τις παρατηρήσεις του εντός ορισμένης προθεσμίας, συνήθως δίμηνης. Με βάση την απάντηση, ή ελλείψει απαντήσεως, του εμπλεκόμενου κράτους μέλους, η Επιτροπή δύναται να αποφασίσει να του απευθύνει «αιτιολογημένη γνώμη» (δεύτερη, τελική γραπτή προειδοποίηση). Σε αυτήν αναπτύσσονται σαφώς και ρητά οι λόγοι για τους οποίους η Επιτροπή θεωρεί ότι έχει σημειωθεί εν προκειμένω παράβαση του δικαίου της ΕΕ και καλείται το κράτος μέλος να συμμορφωθεί εντός ορισμένης προθεσμίας, συνήθως δίμηνης. Εάν το κράτος μέλος δεν συμμορφωθεί με την αιτιολογημένη γνώμη, η Επιτροπή δύναται να αποφασίσει την παραπομπή της υπόθεσης στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Εάν το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο θεωρήσει ότι όντως σημειώθηκε παράβαση των διατάξεων της Συνθήκης, το κράτος μέλος που ευθύνεται για την παράβαση καλείται να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς τις εν λόγω διατάξεις. Το άρθρο 228 της Συνθήκης εξουσιοδοτεί την Επιτροπή να λαμβάνει μέτρα κατά κράτους μέλους που δεν συμμορφώνεται με προηγούμενη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και πάλι με την αποστολή πρώτης γραπτής προειδοποίησης («Επίσημη Προειδοποιητική Επιστολή») και, στη συνέχεια, δεύτερης και τελικής γραπτής προειδοποίησης («Αιτιολογημένη Γνώμη»). Το άρθρο αυτό εξουσιοδοτεί επίσης την Επιτροπή να ζητεί από το Δικαστήριο την επιβολή χρηματικού προστίμου στο εμπλεκόμενο κράτος μέλος. [1] Οδηγία 79/409/ περί τής διατηρήσεως των αγρίων πτηνών.

Σχόλια