Η Ευρ. Επιτροπή κινεί νομική διαδικασία κατά της Ιταλίας για τις συνεχιζόμενες παραβιάσεις των περιβαλλοντικών νόμων.

0
4
Ευρώπη και περιβάλλον

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει νομική διαδικασία κατά της Ιταλίας για τέσσερις παραβιάσεις των νόμων της ΕΕ σχετικά με την προστασία της υγείας του ανθρώπου και τη διαφύλαξη του περιβάλλοντος. Τρεις από τις εν λόγω υποθέσεις αφορούν την ανεπαρκή διαχείριση των κινδύνων που συνιστούν τα απόβλητα. Στην τέταρτη υπόθεση, οι ιταλικές αρχές δεν εξέτασαν κατά πόσον απαιτούνται μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων για δύο νέα τμήματα του οδικού δικτύου του Μιλάνου. Σε δύο από τις περιπτώσεις αυτές, η Επιτροπή παραπέμπει την Ιταλία στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, ενώ για τις άλλες δύο της διαβιβάζει γραπτές τελικές προειδοποιήσεις για επικείμενη προσφυγή στο Δικαστήριο, εκτός εάν αρθούν οι παραβάσεις στο αμέσως προσεχές μέλλον.
Ο κ. Σταύρος Δήμας, το αρμόδιο για το περιβάλλον Μέλος της Επιτροπής, δήλωσε: «τα απόβλητα, εάν δεν τυγχάνουν ασφαλούς διαχείρισης, συνιστούν μια πραγματική απειλή για τον άνθρωπο και για το περιβάλλον. Ελπίζω ότι η Ιταλία θα επιταχύνει τα μέτρα αντιμετώπισης των αδυναμιών που έχουν εντοπιστεί. Είναι σημαντικό να διενεργηθεί κατάλληλη αξιολόγηση των έργων υποδομής, ούτως ώστε να είναι δυνατή η πρόληψη ή η ελαχιστοποίηση των τυχόν αρνητικών περιβαλλοντικών συνεπειών».

Νομοθεσία σχετική με τους χώρους υγειονομικής ταφής (χωματερές)
Η Επιτροπή παραπέμπει την Ιταλία στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για μη συμμόρφωσή της με τη νομοθεσία της ΕΕ-την οδηγία του 1999 για την υγειονομική ταφή[1] – η οποία θεσπίζει κανόνες στους οποίους οφείλουν να συμμορφώνονται οι χώροι υγειονομικής ταφής, οι λεγόμενες «χωματερές», για λόγους προστασίας της υγείας του ανθρώπου και διαφύλαξης του περιβάλλοντος.
Οι διατάξεις αυτές αποβλέπουν στην ελαχιστοποίηση των περιβαλλοντικών απειλών και οχλήσεων από τις χωματερές όπως, λόγου χάρη, της δυσοσμίας, της ρύπανσης των υδάτων και του εδάφους και των εκπομπών μεθανίου, ενός αερίου που συμβάλλει σημαντικά στο φαινόμενο θερμοκηπίου, το οποίο προκαλείται από την αποσύνθεση οργανικών υλών. Ενώ θεσπίζει αυστηρά πρότυπα για τους νέους χώρους υγειονομικής ταφής, η οδηγία επιτρέπει στους υφιστάμενους χώρους υγειονομικής ταφής να αναβαθμιστούν σε διάστημα οκτώ ετών, βάσει κατάλληλου «σχεδίου μετατροπής», το οποίο πρέπει να καταρτιστεί για καθέναν από αυτούς.

Η οδηγία έπρεπε να έχει μεταφερθεί στην οικεία έννομη τάξη μέχρι τις 16 Ιουλίου 2001, πλην όμως τα μέτρα «μεταφοράς» της Ιταλίας δεν ετέθησαν σε ισχύ πριν από τις 27 Μαρτίου 2003.
Η καταγγελία της Επιτροπής εστιάζεται στο γεγονός ότι, ενώ η οδηγία ορίζει τους υφιστάμενους χώρους υγειονομικής ταφής ως τους χώρους που λειτουργούσαν στις 16 Ιουλίου 2001 και πριν από την εν λόγω ημερομηνία, η ιταλική καθυστερημένη νομοθετική παρέμβαση παρατείνει την προθεσμία αυτή μέχρι τις 27 Μαρτίου 2003. Σύμφωνα με τη ρύθμιση αυτή, οι χώροι υγειονομικής ταφής που αδειοδοτήθηκαν μεταξύ των δύο αυτών ημερομηνιών δεν εκλήθησαν να ανταποκριθούν στα πλέον απαιτητικά πρότυπα της οδηγίας που αφορούν τους νέους χώρους υγειονομικής ταφής, ως θα όφειλαν. Αντιθέτως, θα διαθέτουν χρονικά περιθώρια μέχρι τον Ιούλιο του 2009 για να ανταποκριθούν στις διατάξεις για τους υφιστάμενους χώρους υγειονομικής ταφής. Η μεταχείριση των νέων χώρων υγειονομικής ταφής ως υφιστάμενων συνιστά παράβαση της οδηγίας. Οι ιταλικές αρχές δεν ήσαν σε θέση να αναφέρουν στην Επιτροπή τον αριθμό των χώρων υγειονομικής ταφής που αφορούν τα ανωτέρω.

Σε απάντηση της τελικής γραπτής προειδοποίησης της Επιτροπής, η οποία απεστάλη τον παρελθόντα Δεκέμβριο (βλέπε IP/05/1645), η Ιταλία απέδωσε την καθυστέρησή της για την «μεταφορά» της οδηγίας, στην Επιτροπή. Σύμφωνα με τα επιχειρήματά της, καθυστέρησε επειδή η ίδια η Επιτροπή δεν εξέδωσε εγκαίρως απόφαση για τα «κριτήρια αποδοχής» στα οποία πρέπει να ανταποκρίνεται κάθε κατηγορία αποβλήτων που προορίζεται για τις χωματερές. Η Επιτροπή απορρίπτει το επιχείρημα αυτό, δεδομένου ότι η υποχρέωση των κρατών μελών για την «μεταφορά» της οδηγίας δεν εξαρτάται από τη θέσπιση, σε επίπεδο ΕΕ, των κριτηρίων αποδοχής. Επιπλέον, η οδηγία ορίζει ότι, ελλείψει κριτηρίων αποδοχής σε επίπεδο ΕΕ, τα κράτη μέλη οφείλουν να εφαρμόζουν τα οικεία εθνικά κριτήρια.

Οι χώροι υγειονομικής ταφής της Μανφρεντόνια
Η Επιτροπή αποστέλλει στην Ιταλία γραπτή τελική προειδοποίηση για μη συμμόρφωσή της με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, του Νοεμβρίου 2004, σχετικά με διάφορους χώρους υγειονομικής ταφής σε παροπλισμένο χώρο ταφής της χημικής εταιρείας ENICHEM και σε δύο δημοτικές χωματερές στερεών αποβλήτων. Όλες αυτές οι τοποθεσίες βρίσκονται γύρω από την παράκτια πόλη της Μανφρεντόνια στην περιφέρεια της Puglia. Σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, η κατάσταση των χωματερών συνιστούσε παράβαση της οδηγίας – πλαισίου της ΕΕ περί των στερεών αποβλήτων [2], η οποία θεσπίζει τους ορισμούς και τις βασικές απαιτήσεις διαχείρισης των αποβλήτων προκειμένου να προστατευθεί η υγεία του ανθρώπου και να διαφυλαχθεί το περιβάλλον.
Οι Ιταλικές αρχές αναγνώρισαν τον κίνδυνο που συνιστά η αποθήκευση και ταφή αποβλήτων στην τοποθεσία ENICHEM και, κατόπιν τούτου, έχουν δρομολογηθεί επιτόπιες εργασίες καθαρισμού. Επίσης, οι αρχές αναγνώρισαν ότι οι χωματερές της τοπικής αυτοδιοίκησης παραμένουν σοβαρή πηγή ρύπανσης. Ωστόσο, από την απάντηση της Ιταλίας στην πρώτη γραπτή προειδοποίηση της Επιτροπής, του παρελθόντος Δεκεμβρίου (βλέπει IP/05/1645), προκύπτει ότι οι εργασίες καθαρισμού των χώρων ταφής της τοπικής αυτοδιοίκησης δεν έχουν ακόμη ξεκινήσει, με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να υφίσταται η απειλή για την υγεία του ανθρώπου και για το περιβάλλον.

Με βάση τα ανωτέρω, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Ιταλία δεν έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα ώστε να συμμορφωθεί με την απόφαση του Δικαστηρίου. Εάν η απάντηση της Ιταλίας στην τελική προειδοποίηση δεν είναι ικανοποιητική, ενδέχεται η Επιτροπή να προσφύγει για δεύτερη φορά, για το ίδιο θέμα, στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και να ζητήσει από αυτό να επιβάλει στην Ιταλία χρηματικές κυρώσεις.

Ορισμός των αποβλήτων
Η Επιτροπή αποφάσισε να παραπέμψει την Ιταλία στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τους περιοριστικούς κανόνες της σχετικά με τον ορισμό των αποβλήτων.
Από νόμο, ο οποίος εκδόθηκε τον Δεκέμβριο του 2004, προκύπτει ότι ορισμένοι τύποι αποβλήτων δεν θεωρούνται πλέον στην Ιταλία ως απόβλητα, μολονότι καλύπτονται από τον ορισμό των αποβλήτων βάσει της οδηγίας πλαισίου της ΕΕ περί στερεών αποβλήτων, προκειμένου να προστατευθεί η υγεία του ανθρώπου και να διαφυλαχθεί το περιβάλλον. Τα περί ων ο λόγος απόβλητα είναι τα παλιοσίδερα, άλλου είδους απόβλητα που χρησιμοποιούνται στη χαλυβουργία και μεταλλουργία, καθώς και υψηλής ποιότητας «αποβλητογενή καύσιμα» (καύσιμα που παράγονται από απόβλητα).
Παραδείγματος χάρη, ως αποτέλεσμα του νόμου, τα αστικά απορρίμματα που χρησιμοποιούνται ως καύσιμα σε κλιβάνους τσιμεντοβιομηχανίας ή σε μονάδες ηλεκτροπαραγωγής, εκφεύγουν των διατάξεων της νομοθεσίας ΕΕ που διέπει τόσο τα απόβλητα, όσο και την αποτέφρωση των αποβλήτων. Το γεγονός αυτό εγκυμονεί κινδύνους για το περιβάλλον και για την υγεία του ανθρώπου λόγω των ανεξέλεγκτων εκπομπών τοξικών ουσιών, π.χ. διοξινών.

Αφότου η Επιτροπή απέστειλε τελική γραπτή προειδοποίηση τον παρελθόντα Δεκέμβριο (βλέπε IP/05/1645), η Ιταλία δεν ευθυγράμμισε τη νομοθεσία της με την νομοθεσία ΕΕ. Αντιθέτως, μέσω νομοθετικού διατάγματος που εκδόθηκε στις 3 Απριλίου 2006, η Ιταλία παγίωσε τις πρότερες νομοθετικές της πράξεις. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή παραπέμπει την υπόθεση στο Δικαστήριο.

Εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων
Η Επιτροπή αποστέλλει στην Ιταλία τελική γραπτή προειδοποίηση επειδή δεν εξέτασε τη σκοπιμότητα εκπόνησης μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων (ΜΠΕ) για δύο νέα τμήματα δρόμων ταχείας κυκλοφορίας που κατασκευάζονται βορείως του Μιλάνου. Οι μελέτες αυτές αποβλέπουν στον εκ των προτέρων εντοπισμό των περιβαλλοντικών επιπτώσεων κάποιου έργου, ούτως ώστε να δύνανται οι αρχές να τις συνεκτιμούν όταν αποφασίζουν σχετικά με την αδειοδότηση του έργου ή όταν αποφασίζουν την ανάγκη λήψεως ειδικών μέτρων για να αμβλυνθούν οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις του.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η Ιταλία παραβαίνει την οδηγία ΜΠΕ της ΕΕ [3], δεδομένου ότι δεν προέβη σε έλεγχο των δύο οδικών τμημάτων υπό το πρίσμα των σωρευτικών επιπτώσεών τους. Η οδηγία καθιστά υποχρεωτικές τις εκτιμήσεις για ορισμένους τύπους έργων, ενώ για άλλους επιβάλλει στα κράτη μέλη τη διενέργεια ελέγχων ούτως ώστε αυτά να αποφαίνονται κατά πόσον είναι αναγκαία μία ΜΠΕ. Στον έλεγχο αυτό χρειάζεται, μεταξύ άλλων, να λαμβάνονται υπόψη οι σωρευτικές επιπτώσεις των επιμέρους έργων.

Αντιδρώντας στις πρώτες γραπτές προειδοποιήσεις της Επιτροπής για κάθε ένα από τα τμήματα, οι οποίες απεστάλησαν τον Απρίλιο του 2004 και τον Μάρτιο του 2005, οι Ιταλικές αρχές εκδήλωσαν την προθυμία τους να εκπονήσουν «μελέτη» η οποία θα ισοδυναμούσε με τέτοιου είδους έλεγχο, πλην όμως κάτι τέτοιο δεν έγινε. Κατόπιν αυτών, η Επιτροπή απεφάσισε να διαβιβάσει στην Ιταλία τελική γραπτή προειδοποίηση για τη συνεχιζόμενη παράβαση της οδηγίας.
Η Επιτροπή λαμβάνει επίσης μέτρα κατά διαφόρων άλλων κρατών, για αδυναμίες στην εκ μέρους των ενσωμάτωση της οδηγίας ΜΠΕ στις οικείες εθνικές νομοθεσίες. Οι λεπτομέρειες δημοσιεύονται σε χωριστή ανακοίνωση τύπου, βλ. IP/06/905.
Κινείται επίσης νομική διαδικασία κατά της Ιταλίας και διαφόρων άλλων κρατών μελών για την θήρα αγρίων πτηνών, βλ. IP/06/879.

Νομική διαδικασία
Το άρθρο 226 της Συνθήκης εξουσιοδοτεί την Επιτροπή να κινεί νομικές διαδικασίες κατά των κρατών μελών που δεν τηρούν τις υποχρεώσεις τους.

Όταν η Επιτροπή θεωρεί ότι ενδέχεται να στοιχειοθετείται παράβαση των διατάξεων του δικαίου της ΕΕ, που δικαιολογεί την κίνηση διαδικασίας παράβασης, απευθύνει «επίσημη προειδοποιητική επιστολή» (πρώτη γραπτή προειδοποίηση) στο εμπλεκόμενο κράτος μέλος, με την οποία το καλεί να της υποβάλει τις παρατηρήσεις του εντός ορισμένης προθεσμίας, συνήθως δίμηνης.

Με βάση την απάντηση, ή ελλείψει απαντήσεως, του εμπλεκόμενου κράτους μέλους, η Επιτροπή δύναται να αποφασίσει να του απευθύνει «αιτιολογημένη γνώμη» (τελική γραπτή προειδοποίηση). Σε αυτήν αναπτύσσονται σαφώς και ρητά οι λόγοι για τους οποίους η Επιτροπή θεωρεί ότι έχει σημειωθεί εν προκειμένω παράβαση του δικαίου της ΕΕ και καλείται το κράτος μέλος να συμμορφωθεί εντός ορισμένης προθεσμίας, συνήθως δίμηνης.

Εάν το κράτος μέλος δεν συμμορφωθεί με την αιτιολογημένη γνώμη, η Επιτροπή δύναται να αποφασίσει την παραπομπή της υπόθεσης στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Εάν το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο θεωρήσει ότι όντως υπήρξε παράβαση των διατάξεων της Συνθήκης, το κράτος μέλος που ευθύνεται για την παράβαση καλείται να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς τις εν λόγω διατάξεις.

Το άρθρο 228 της Συνθήκης εξουσιοδοτεί την Επιτροπή να λαμβάνει μέτρα κατά κράτους μέλους που δεν συμμορφώνεται με προηγούμενη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Το άρθρο αυτό εξουσιοδοτεί επίσης την Επιτροπή να ζητεί από το Δικαστήριο την επιβολή χρηματικού προστίμου στο εμπλεκόμενο κράτος μέλος.
Για τρέχουσες στατιστικές σχετικά με τις εν γένει παραβάσεις, βλ.:
http://europa.eu.int/comm/secretariat_general/sgb/droit_com/index_en.htm#infractions

[1] Οδηγία 1999/31
[2] Οδηγία 75/442, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156
[3] Οδηγία 85/337, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/11

Σχόλια