Ο γενικός γραμματέας Βιομηχανίας Σπύρος Παπαδόπουλος στην ημερίδα για την εφαρμογή του κανονισμού REACH.

0
8
Γενικού ενδιαφέροντος

Εκπροσωπώντας τον υπουργό Ανάπτυξης Δημήτρη Σιούφα, ο γενικός γραμματέας Βιομηχανίας Σπύρος Παπαδόπουλος συμμετείχε ως βασικός ομιλητής στην ημερίδα για την «Προετοιμασία των Ελληνικών Επιχειρήσεων για την εφαρμογή του Κανονισμού REACH για τις χημικές ουσίες» που διοργάνωσαν από κοινού τα υπουργεία Ανάπτυξης (Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας) και Οικονομίας&Οικονομικών (Γενικό Χημείο του Κράτους) με το Σύνδεσμο Ελληνικών Χημικών Βιομηχανιών.Στην ομιλία του ο κ. Παπαδόπουλος αναφέρθηκε στη μεγάλη και ιστορική απόφαση του Συμβουλίου Ανταγωνιστικότητας της ΕΕ που αφορά στο νέο καθεστώς διακίνησης, παραγωγής, αξιολόγησης και έγκρισης των χημικών ουσιών που είναι γνωστό ως κανονισμός REACH. Η απόφαση αναμένεται να έχει σημαντικές επιπτώσεις σε τρεις μεγάλες κατευθύνσεις :
· Στο περιβάλλον, όπου πολλά προβλήματα μόλυνσης, ρύπανσης, χλωρίδας κλπ στη χειρότερη περίπτωση θα μετριασθούν.
· Στην υγεία των πολιτών. Εκτιμάται ότι σοβαρές ασθένειες, όπως δερματοπάθειες, οφθαλμολογικές ασθένειες, ορισμένες μορφές καρκίνου και άλλες μπορούν να περιορισθούν κατά 30% περίπου στα προσεχή 5 χρόνια.
· Στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, όπου, παρά το κόστος που αναμφίβολα θα υπάρξει, αναμένεται μεσοπρόθεσμα βελτίωση της ποιότητας των προϊόντων και υπηρεσιών του κλάδου των χημικών επιχειρήσεων, που θα οδηγήσει σε βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, επενδύσεις και νέες θέσεις εργασίας.

Αυτός ο κανονισμός σχεδιάστηκε με σκοπό να βάλει τάξη στην παραγωγή χημικών, εκσυγχρονίζοντας το θεσμικό πλαίσιο, αλλά και αποδίδοντας ευθύνες σε όλους μας. Ωστόσο, υπάρχει και κόστος για τις επιχειρήσεις που μπορεί συνολικά να ανέλθει στα 2,3 δις ευρώ για το σύνολο της Ε.Ε.

Ο κ. Παπαδόπουλος τόνισε πως πολιτική του υπουργείου Ανάπτυξης ήταν η υιοθέτηση του κανονισμού με τις χαμηλότερες, δυνατά, δυσμενείς επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα και στη λειτουργία των επιχειρήσεων. Αποτέλεσμα ήταν να πετύχει η χώρα την εξαίρεση του τσιμέντου «κλίνκερ» από τον τελικό κανονισμό και την ευμενή μεταχείριση ορισμένων άλλων ουσιών, όπως τα κεραμικά. Σην Ελλάδα, το κόστος εφαρμογής του REACH για τις επιχειρήσεις τα προσεχή 11 χρόνια υπολογίζεται σε 230-400 εκατ. ευρώ. Ενδεδειγμένη πολιτική είναι το κόστος αυτό να καλυφθεί από όλους τους κοινοτικούς εταίρους – χρηματοδότηση.

Σημαντικό, επίσης, είναι το θέμα της ενημέρωση των επιχειρήσεων, των πολιτών, της κοινωνίας. Για το λόγο αυτό, τόνισε ο κ. Παπαδόπουλος, οι συναρμόδιες υπηρεσίες βρίσκονται σε επικοινωνία, ώστε η αναγκαιότητα της ενημέρωσης να εκπληρωθεί έγκαιρα και οι επιχειρήσεις να είναι έτοιμες να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους έναντι του REACH. Ο κ. Παπαδόπουλος αναφέρθηκε ακόμα:
· στην ενδεικνυόμενη οργάνωση των εμπλεκόμενων υπηρεσιών και του φορέα – οργάνου που θα αναλάβει την εφαρμογή του κανονισμού REACH στη χώρα σε συνεργασία με τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό φορέα.
· στην πλήρη ενημέρωση των επιχειρήσεων και ιδιαίτερα των ΜΜΕ για τα θέματα του REACH και στην ανάγκη μέριμνας για την εκπαίδευση των στελεχών και τη συμβουλευτική στήριξη των επιχειρήσεων και
· στην ενδεικνυόμενη αντιμετώπιση του κόστους που θα προκύψει για τις ΜΜΕ. «Η Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας», τόνισε ο κ. Παπαδόπουλος, «εξετάζει θετικά τη στήριξη των επιχειρήσεων αυτών μέσω ενός κατάλληλου προγράμματος στα πλαίσια του ΕΠΑΝ ή του αντίστοιχου Προγράμματος στο Δ” ΚΠΣ καθώς και άλλων δράσεων που θα αποφασισθούν στο πλαίσιο της Ε.Ε».

Σχόλια