Δελτίο τύπου του ΥΠΑΝ με θέμα την ημερίδα για τις επιπτώσεις των χημικών στις επιχειρήσεις -Κανονισμός REACH.

0
5
Νομοθεσία Περιβάλλοντος

Εκπροσωπώντας τον υπουργό Ανάπτυξης Δημήτρη Σιούφα, ο γενικός γραμματέας Βιομηχανίας Σπύρος Παπαδόπουλος κήρυξε την έναρξη των εργασιών της ημερίδας με θέμα «Οι επιπτώσεις της νέας πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα χημικά (κανονισμός REACH) στην ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων – Παρουσίαση μελέτης», που διοργάνωσε το υπουργείο Ανάπτυξης στην αίθουσα «Ερμής» του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών (Ακαδημίας 7, Αθήνα).
Η ημερίδα αυτή διοργανώθηκε στο πλαίσιο της πολιτικής του υπουργείου Ανάπτυξης για την ομαλή εφαρμογή του Κανονισμού REACH(Registration Evaluation Authorization of Chemicals) στη χώρα μας.
Κατά τα διάρκεια της ημερίδας αυτής, στην οποία συμμετείχαν στελέχη του υπουργείου Ανάπτυξης και εκπρόσωποι των συναρμόδιων υπουργείων, Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, της ΓΣΕΕ, των καταναλωτών, του ΣΕΒ, των βιομηχανικών Συνδέσμων και επιχειρήσεων, απηύθυναν χαιρετισμό ο γενικός διευθυντής του υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων κ. Ι. Βουρνάς και ο γενικός διευθυντής του Γενικού Χημείου του Κράτους κ. Α. Κανλής. Στην εναρκτήρια ομιλία του ο γενικός γραμματέας Βιομηχανίας του υπουργείου Ανάπτυξης κ. Σπύρος Παπαδόπουλος επεσήμανε τα εξής:

«Η Χημική Βιομηχανία είναι ο ανταγωνιστικότερος κλάδος της μεταποιητικής βιομηχανίας στην Ευρώπη. Η παγκόσμια συνολική παραγωγή χημικών ουσιών υπερβαίνει τους 400 εκατομμύρια τόνους ανά έτος και η αξία τους είναι πάνω από 1244 δισεκατομμύρια ευρώ. Στη χημική βιομηχανία της Ευρωπαϊκής Ένωσης αντιστοιχεί 31% της παγκόσμιας παραγωγής και σε αυτή απασχολούνται 1.7 εκατομμύρια εργαζόμενοι, ενώ άλλα 3 εκατομμύρια εργαζόμενοι είναι άμεσα εξαρτώμενοι από αυτή. Οι ΜΜΕ χημικές βιομηχανίες της Ε.Ε. είναι περίπου 36000, δηλαδή αποτελούν το 96% του συνολικού αριθμού χημικών βιομηχανιών στην Ε.Ε.
Λόγω της ιδιαίτερης συμβολής της Χημικής Βιομηχανίας στην Ευρωπαϊκή οικονομία, η νομοθεσία που αφορά τα χημικά έχει ιδιαίτερη σημασία. Ιδιαίτερη σημασία, όμως, έχει και η προστασία της υγείας των πολιτών, των εργαζομένων και του περιβάλλοντος. Για τους λόγους αυτούς θα πρέπει να διασφαλίζεται ότι τα προϊόντα της Χημικής Βιομηχανίας έχουν την ελάχιστη δυνατή επίπτωση στη δημόσια υγεία και το περιβάλλον ενώ παράλληλα η παραγωγή τους παραμένει ανταγωνιστική και καινοτόμος, εγγυάται τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων και τις θέσεις απασχόλησης των εργαζόμενων.
Δυστυχώς, η επίπτωση των χημικών στη δημόσια υγεία και το περιβάλλον είναι άγνωστη για τις περισσότερες από τις δεκάδες χιλιάδες χημικές ουσίες που παράγονται ή εισάγονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό το μεγάλο κενό καλείται να καλύψει ο προτεινόμενος Κανονισμός για τα Χημικά, γνωστός και ως σύστημα REACH. Το σύστημα αυτό αποτελεί μία διαδικασία Καταχώρησης, Αξιολόγησης και Αδειοδότησης των χημικών ουσιών που σαν κύριους στόχους έχει:
· Την προστασία της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος
· Τη διατήρηση και βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της χημικής βιομηχανίας της Ε.Ε
· Την εναρμόνιση της εσωτερικής αγοράς
· Την αύξηση της διαφάνειας και την πρόσβαση στην πληροφορία σε ότι αφορά τις ιδιότητες και την επικινδυνότητα των χημικών ουσιών
· Τη συμμετοχή στις διεθνείς προσπάθειας για την ασφάλεια
· Την προώθηση δοκιμών χωρίς ζώα

Ο προτεινόμενος Κανονισμός για τα Χημικά, στη μορφή που έχει τη στιγμή αυτή, αποτελεί προϊόν διαβούλευσης τόσο επίπεδο Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και των Ομάδων του, όσο και ανοικτής διαβούλευσης σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Οι στόχοι του Κανονισμού, ειδικότερα σε ότι αφορά την προστασία της δημόσιας υγείας και του περιβάλλοντος, έχουν γίνει αποδεκτοί τόσο από τις εθνικές κυβερνήσεις των Κρατών-Μελών όσο και από τους εμπλεκόμενους φορείς – επιχειρήσεις και οργανώσεις. Η αναγκαιότητα ενός νέου Κανονισμού, λοιπόν, αποτελεί αδιαμφισβήτητη βασική αρχή επί της οποίας στηρίζονται όλες οι συζητήσεις και σε όλα τα διαπραγματευτικά όργανα.
Συνεπώς, το σύστημα REACH είναι ένας κανονισμός, με πάρα πολλά τεχνικά στοιχεία, ο οποίος καλείται να επιλύσει ένα πολύ σημαντικό πρόβλημα. Οι χημικές βιομηχανίες, η πληθώρα των οποίων θα ενταχθεί υποχρεωτικά σε κάποια ή όλες τις διαδικασίες του συστήματος καλείται να συνεισφέρει ενεργά σε αυτή την προσπάθεια. Η συνεισφορά αυτή, όμως, θα έχει ένα κόστος. Άμεσο κόστος, που αφορά τόσο στη σύνταξη φακέλων και αναφορών όσο και στις εργαστηριακές δοκιμές που θα πρέπει να γίνουν. Και έμμεσο κόστος λόγω τις πιθανής αύξηση των τιμών και της μετακύλισης αυτής τις αύξησης στους μεταγενέστερους χρήστες χημικών ουσιών και παρασκευασμάτων.
Στόχος τη σημερινής ημερίδας είναι η συζήτηση για τις επιπτώσεις της νέας νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα χημικά στις ελληνικές επιχειρήσεις. Η συζήτηση θα βασιστεί στη μελέτη που έκανε ο Σύνδεσμος Χημικών Μηχανικών για τη «διατήρηση και βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της Ελληνικής αγοράς χημικών υλών στο πλαίσιο της μεταβολής της Ευρωπαϊκής νομοθεσίας». Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η πλήρης μελέτη δεν έχει παραληφθεί ακόμα από τις υπηρεσίες και δεν εκφράζει επί του παρόντος τις απόψεις του Υπουργείου. Ακόμα θα πρέπει να τονιστεί ότι η τελική μορφή της μελέτης θα ενσωματώσει τις τυχόν αλλαγές του REACH και θα ανταποκρίνεται στην τελευταία του εκδοχή δεδομένου ότι ακόμα και αυτή τη στιγμή λαμβάνουν χώρα διαβουλεύσεις για τον Κανονισμό σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, στις οποίες συμμετέχει ενεργά και η χώρα μας
».

Τα στελέχη του υπουργείου Ανάπτυξης αναφέρθηκαν στο REACH , τονίζοντας, μεταξύ άλλων, τα εξής:
· Ο REACH κατά ενιαίο τρόπο αντιμετωπίζει την παραγωγή και διακίνηση της πληροφορίας για τα χημικά με στόχο την προστασία της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος, την αυξημένη διαφάνεια των πληροφοριών, με παράλληλη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας και καινοτομικότητας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.
· Οι παραγωγοί των χημικών ουσιών υποχρεούνται εντός συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος (11 χρόνια) να υποβάλουν φακέλους καταχώρισης στην Αρμόδια Αρχή της Κοινότητας. Οι φάκελοι περιέχουν τεχνικά δεδομένα, δεδομένα δοκιμών με ή χωρίς ζώα, τοξικότητας και οικοτοξικότητας, με τον όγκο και το κόστος των δεδομένων να είναι ανάλογα προς την ετήσια διακινούμενη ποσότητα.
· Η ευθύνη και το κόστος καταχώρισης επιβαρύνει τη βιομηχανία.
· Ο REACH αφορά πρωτίστως τους παραγωγούς χημικών ουσιών αλλά και όσους κλάδους χρησιμοποιούν τα χημικά (μεταγενέστεροι χρήστες) αφού τα προϊόντα τους θα πρέπει να έχουν μελετηθεί για τη χρήση που προορίζονται.
· Περίπου 30.000 ουσίες θα υπαχθούν στις διατάξεις του REACH – οι κλάδοι παραγωγής βασικών χημικών, ανόργανων χημικών, λιπασμάτων, χρωμάτων, απορρυπαντικών, βαφείων-φινιστηρίων κ.α. θα επηρεασθούν από τον REACH.
· Ο REACH αναμένεται να έχει οφέλη για τον καταναλωτή, τους εργαζόμενους και το περιβάλλον, υπάρχουν όμως σοβαρές επιφυλάξεις αν θα είναι λειτουργικό και εφαρμόσιμο από τις Επιχειρήσεις και τις αρμόδιες αρχές όπως είναι διατυπωμένο.
· Η επίτευξη των στόχων απαιτεί από την βιομηχανία να προσκομίσει σημαντικό όγκο δεδομένων, αποτελέσματα πολύπλοκων δοκιμών τοξικότητας και οικοτοξικότητας σε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα.
· Οι γραφειοκρατικές διαδικασίες, οι επικαλύψεις με άλλες νομοθεσίες που ήδη ισχύουν, η πολυπλοκότητα των διατάξεων είναι αρνητικά στοιχεία για την εφαρμογή του Κανονισμού.
· Στις 17 Νοεμβρίου ολοκληρώνεται η 1η ανάγνωση στο Ευρωκοινοβούλιο, ενώ στις 29 Νοεμβρίου θα συζητηθεί στο Συμβούλιο Υπουργών Ανταγωνιστικότητας. Οι μέχρι τώρα διαβουλεύσεις και όσες θα επακολουθήσουν είναι μία καλή ευκαιρία για την ολοκλήρωση του Κανονισμού που θα εκπληρώσει ισοδύναμα τους στόχους που προαναφέρθηκαν.

Ο Σύνδεσμος των Ελληνικών Χημικών Βιομηχανιών που ανέλαβε να εκπονήσει την μελέτη των επιπτώσεων για λογαριασμό του υπουργείου Ανάπτυξης, παρουσίασε τις επιπτώσεις του σχεδίου κανονισμού στις ελληνικές επιχειρήσεις και τόνισε δια του Επικεφαλής του έργου κ. Πάνου Σκαρλάτου τα εξής:
«Ο κανονισμός REACH επηρεάζει σε διαφορετικό βαθμό τη κάθε μία όλες τις ελληνικές επιχειρήσεις που παράγουν ή χρησιμοποιούν χημικά στην παραγωγή τους. Επηρεάζει περίπου 1200 επιχειρήσεις χημικών, πετροχημικών, χρωμάτων, ανόργανων υλικών και άλλων κλάδων οι οποίες σε ποσοστό 98% είναι Μικρομεσαίες. Ο κανονισμός θα επιβαρύνει με κόστος 230 έως 445 εκ. ευρώ αυτές τις επιχειρήσεις, πέραν κάποιων επιπτώσεων που δεν μπορούν να ποσοτικοποιηθούν, όπως η αύξηση του κόστους εκείνων που πραγματοποιούν εξαγωγές, επιδείνωση του επενδυτικού κλίματος, επίπτωση στην Έρευνα και Ανάπτυξη κ.α.
Αυτό το κόστος θα μοιρασθεί ανισομερώς σε βάρος των πολύ μικρών και μικρών επιχειρήσεων των οποίων απειλεί τη βιωσιμότητα».
Στη συζήτηση – διαβούλευση που ακολούθησε αναφέρθηκε η ανάγκη της διαμόρφωσης ελληνικών θέσεων στα Όργανα της Κοινότητας, οι οποίες θα διευκολύνουν τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Διατυπώθηκαν προτάσεις για την ανάγκη ενημέρωσης των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων και του κοινού, την εκπαίδευση των στελεχών των επιχειρήσεων, την προσαρμογή των αρμόδιων εθνικών αρχών που θα εφαρμόσουν τη νομοθεσία, την δημιουργία συμβουλευτικού φορέα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Όπως τόνισε ο κ. Παπαδόπουλος, το υπουργείο Ανάπτυξης θα στηρίξει τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις για να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του REACH, διαπιστώνει με ικανοποίηση ότι η βιομηχανία αποδέχεται το REACH με τις κατάλληλες βελτιώσεις για τις οποίες θα επιληφθεί το υπουργείο Ανάπτυξης μετά τη σημερινή διαβούλευση. Τόνισε ότι η ενημέρωση των καταναλωτών και τον επιχειρήσεων είναι σημαντική και κάλεσε σε διαρκή συνεργασία όλους τους εμπλεκόμενους φορείς.

Σχόλια