Οικονομικές Επιπτώσεις της ανόδου της θαλάσσιας στάθμης λόγω κλιματικής αλλαγής.

0
1153
Γενικού ενδιαφέροντος

Το πολύ ενδιαφέρον άρθρο που ακολουθεί μας το έστειλε ο κ. Σκαρβέλης Στέφανος (Msc).

Κατά την διάρκεια της γεωλογικής ιστορίας της Γης, η στάθμη της θάλασσας έχει ανέβει και έχει πέσει πάνω από 300 μέτρα. Παρόλο που οι αλλαγές στο μέγεθος και το σχήμα του πυθμένα των ωκεανών έπαιξαν σημαντικό ρόλο κατά την διάρκεια μεγάλων χρονικών περιόδων (Hays and Pitman 1973), οι πιο σημαντικές αλλαγές στην στάθμη της θάλασσας έγιναν εξαιτίας των κλιματικών αλλαγών.Κατά την διάρκεια της τελευταίας εποχής των παγετώνων (18000 χρόνια πριν) για παράδειγμα, η Γη ήταν περίπου 5 βαθμούς Κελσίου ψυχρότερη από ότι σήμερα, παγετώνες κάλυπταν το μεγαλύτερο μέρος του βόρειου ημισφαιρίου και η στάθμη της θάλασσας ήταν 300 μέτρα χαμηλότερα από ότι σήμερα (Donn, Farrand and Ewing 1962).

Παρόλο που οι περισσότεροι παγετώνες έχουν λιώσει από τότε, οι πολικοί παγετώνες στην Γροιλανδία και την Ανταρκτική περιέχουν ακόμη αρκετές ποσότητες νερού, ικανές να υψώσουν την στάθμη της θάλασσας περισσότερο από 70 μέτρα (Untersteiner 1975). Κατά τον τελευταίο αιώνα, μετρήσεις που έγιναν στο φαινόμενο της παλίρροιας ανά τον κόσμο, μας έδωσαν την δυνατότητα να μετρήσουμε την σχετική στάθμη της θάλασσας σε διάφορες περιοχές (IPCC 1995 WG1, p. 366). Μελέτες που συνδυάζουν αυτές τις μετρήσεις αναφέρουν ότι η μέση παγκόσμια στάθμη της θάλασσας έχει ανέβει κατά 10 με 15 εκατοστά ( Barnett 1983; Gornitz, Lebedeff and Hansen 1982). Τα πέντε (5) εκατοστά αυτής της ανόδου μπορούν να αποδοθούν στη θερμική άνοδο των ανωτέρω στρωμάτων των ωκεανών, η οποία προκαλείται από την παγκόσμια αύξηση της θερμοκρασίας κατά 0.4 βαθμούς Κελσίου τον τελευταίο αιώνα (Gornitz, Lebedeff and Hansen 1982).
Για να κατανοήσουμε το βαθμό ανόδου της στάθμης της θάλασσας αλλά και τις επιπτώσεις που αυτή θα έχει, θα πρέπει να αναλύσουμε αρχικά πως αυτή η μεταβολή προκαλείται.

ΓΕΝΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ

Ανησυχία, σχετικά με την πιθανή επιτάχυνση στο βαθμό ανόδου της στάθμης της θάλασσας προκύπτει από μετρήσεις που δείχνουν αυξημένες συγκεντρώσεις διοξειδίου του άνθρακα CO2, μεθανίου, CFCs” και άλλων αερίων προερχόμενα από τις δραστηριότητες του ανθρώπου. Επειδή αυτά τα αέρια απορροφούν την υπέρυθρη ακτινοβολία (θερμοκρασία), οι επιστήμονες αναμένουν μια άνοδο της θερμοκρασίας στην Γη.
Η θερμοκρασία του πλανήτη μας καθορίζεται από το ποσό της ηλιακής ακτινοβολίας που λαμβάνει, το ποσό της ηλιακής ακτινοβολίας που αντανακλά και τον βαθμό με τον οποίο η ατμόσφαιρα παραμένει ζεστή. Καθώς η ηλιακή ακτινοβολία «χτυπάει» τη Γη, ζεσταίνει την επιφάνεια της, η οποία στην συνέχεια επανεκπέμπει την θερμότητα ως υπέρυθρη ακτινοβολία. Παρολ’αυτά, οι υδρατμοί, το διοξείδιο του άνθρακα και άλλα αέρια στην ατμόσφαιρα απορροφούν μέρος της ακτινοβολίας, χωρίς να την αφήνουν να περάσει προς το διάστημα. Επειδή η ατμόσφαιρα παγιδεύει θερμότητα και ζεσταίνει την Γη με ένα τρόπο ανάλογο προς αυτόν των γυάλινων ταμπλό ενός θερμοκηπίου, το φαινόμενο αυτό έχει ονομαστεί ως «φαινόμενο του Θερμοκηπίου». Χωρίς το φαινόμενο του θερμοκηπίου και των αερίων που παγιδεύουν την θερμότητα η Γη θα ήταν πιο ψυχρή κατά 33 βαθμούς Κελσίου. (Hansen et al. 1984).

Στον νέο αιώνα, η επιστημονική άποψη σχετικά με τις πρακτικές συνέπειες του φαινομένου του θερμοκηπίου είναι έντονα διχασμένη. Από το 1860, γνωρίζουμε ότι με την απορρόφηση της υπέρυθρης ακτινοβολίας, το ατμοσφαιρικό διοξείδιο του άνθρακα διατηρεί την γη θερμότερη από ότι θα ήταν σε άλλη περίπτωση (Tyndall 1863). To 1896 o Svante Arrhenius (http://www.woodrow.org/) ο οποίος επινόησε τον όρο «φαινόμενο του θερμοκηπίου», παρατήρησε ότι η κατανάλωση ορυκτών καυσίμων πιθανά θα αύξανε τα επίπεδα διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα και συνεκδοχικά η Γη θα θερμαινόταν κατά αρκετούς βαθμούς. Επειδή όμως τον 19ο αιώνα η Γη περνούσε μια ψυχρή γεωλογική φάση, πολλοί εκτίμησαν ότι οι ωκεανοί και το φυτικό βασίλειο σταδιακά θα μείωναν τα επίπεδα διοξειδίου του άνθρακα και θα προκαλούσαν μια νέα εποχή των παγετώνων (Barrel et al. 1919).
Το 1957 όμως αυτή η άποψη καταρρίφθηκε όταν οι Revelle και Seuss (1957) έδειξαν ότι οι ωκεανοί δεν είχαν την ικανότητα να απορροφήσουν διοξείδιο του άνθρακα τόσο γρήγορα όσο οι ανθρώπινες δραστηριότητες το παρήγαγαν. Έως τα μέσα της δεκαετίας του 1960 είχε αποδειχθεί ότι οι προαναφερόμενοι επιστήμονες είχαν δίκιο μέσα από μια σειρά μετρήσεων που έγιναν. (President’s Science Advisory Committee 1965). Κατά την τελευταία δεκαετία οι κλιματολόγοι συνειδητοποίησαν ότι ο διπλασιασμός του διοξειδίου του άνθρακα θα θερμάνει την Γη από 1,5 έως 4,5 βαθμούς Κελσίου, κάτι το οποίο θα αφήσει τον πλανήτη μας θερμότερο από κάθε άλλη φορά τα τελευταία δύο χιλιάδες χρόνια (National Academy of Sciences 1979).
Η προβλεπόμενη παγκόσμια άνοδος της θερμοκρασίας, μπορεί να προκαλέσει παγκόσμια άνοδο της στάθμης της θάλασσας με την διαστολή των υδάτων, το λιώσιμο των πάγων των βουνών καθώς επίσης και αυτών της Γροιλανδίας και της Ανταρκτικής, κατά μέσο όρο περίπου 50 εκατοστά μέχρι το τέλος του αιώνα μας (Warrick et all 1996).
Βέβαια το φαινόμενο του θερμοκηπίου δεν είναι απαραίτητο ότι θα προκαλέσει άνοδο της στάθμης της θάλασσας στο ίδιο ποσοστό σε παγκόσμια κλίμακα, καθώς με το λιώσιμο των πάγων το κέντρο βάρους της Γης θα μετακινηθεί κι έτσι τα νερά θα κινηθούν ανάλογα με το νέο κέντρο βάρους της Γης. (Titus et al 1991).

ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΣΤΑΘΜΗΣ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

Η απειλή της ανόδου της στάθμης της θάλασσας προκαλεί ένα τεράστιο αριθμό πιθανών επιπτώσεων από σχετικά μικρές και διαχειρίσημες έως καταστροφικές (M. Oppenheimer 1997). Όμως όλοι οι πιθανοί αντίκτυποι είναι καταστροφικοί.
Σίγουρα θα πρέπει να αναλογιστούμε σε κάθε υπολογισμό των επιδράσεων της ανόδου της στάθμης της θάλασσας, ένα έντονα αυξανόμενο πληθυσμό στην παράκτια ζώνη, ο οποίος βασίζεται διατροφικά ως επί το πλείστον στην ζώνη αυτή (J.Titus 1989), καθώς επίσης και τις δραστηριότητες αναψυχής και εξόρυξης φυσικών πόρων που πραγματοποιούνται σε αυτή την περιοχή.

Όπως προαναφέραμε η πλειονότητα του παγκόσμιου πληθυσμού κατοικεί σε μεγάλες παράκτιες πόλεις. Παρόλο που χρειάζεται μια πιο λεπτομερείς καταγραφή για την σωστή ποσοτικοποίηση των δεδομένων, μία γενική εκτίμηση είναι ότι το 50% έως το 70% του παγκόσμιου πληθυσμού κατοικεί κοντά στην παράκτια ζώνη (Stuart R. Gaffin 1997). Μια ακόμη γενική εκτίμηση αναφέρει ότι 46 εκατομμύρια άνθρωποι, κυρίως στις αναπτυσσόμενες χώρες κατοικούν σε μία ζώνη ευπαθή σε πλημμύρες και είναι εκτεθειμένοι στους κινδύνους που προκαλεί μια θύελλα και ότι αυτός ο αριθμός θα διπλασιαστεί εάν η στάθμη της θάλασσας αυξηθεί κατά 50 εκατοστά (IPCC 1996). Παρολ’ αυτά η ανθρωπότητα δείχνει μια πολύ μικρή τάση απομάκρυνσης από τις ακτές και για αυτό τον λόγο μερικοί έχουν αναφέρει ότι το φαινόμενο της ανόδου της στάθμης της θάλασσας και αυτό της παράλληλης αύξησης του πληθυσμού στην παράκτια ζώνη παρουσιάζουν μια «πορεία σύγκρουσης». (πιθανά εδώ έχουμε μια παραλλαγή της θεωρίας «Tragedy of the Commons» ).
Αντιδρώντας η ανθρωπότητα στην άνοδο της στάθμης της θάλασσας με αποχώρηση από τις ακτές, προσαρμογή ή προφύλαξη με τεχνικά μέσα, θα απαιτηθεί ένας σύνθετος συνδυασμός σκληρών επιλογών από πλευράς της κοινωνίας και μάλιστα οι αντιδράσεις αυτές θα διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό ανά τον πλανήτη. Οι επιλογές που θα γίνουν, θα υπαγορευθούν από πολλούς λόγους, συμπεριλαμβανομένων της γεωγραφίας και τοπογραφίας της κάθε περιοχής, την υπάρχουσα τεχνολογία, το ανθρώπινο δυναμικό, την πολιτική, την πολιτιστική αποδοχή καθώς και οικονομικά κριτήρια, δεδομένου ότι δεν θα ακολουθηθεί μια παγκόσμια στρατηγική (όπως πιθανά θα υπαγόρευε ο παγκόσμιας χαρακτήρας του φαινομένου αλλά και οι αιτίες πρόκλησης του) αλλά οι επιλογές αντιμετώπισης θα γίνουν σε τοπικό / εθνικό επίπεδο.

Προβάλλοντας Μελλοντικές Τάσεις Ανόδου της Στάθμης της Θάλασσας

Το Ενδοκυβερνητικό Συμβούλιο για την Αλλαγή του Κλίματος (IPCC) των ΗΠΑ, έχει δημοσιεύσει προγνωστικά για την άνοδο της στάθμης της θάλασσας χρησιμοποιώντας μια ποικιλία υποθέσεων αναφορικά με την παγκόσμια άνοδο της θερμοκρασίας και τις φυσικές διεργασίες που οδηγούν στο φαινόμενο της ανόδου της στάθμης της θάλασσας.(Stuart R. Gaffin 1997). Οι πιο πρόσφατες προβολές αναφέρονται ως «ακραίες» λόγω των διάφορων αμφιβολιών που υπάρχουν στην μελέτη.
Μία άλλη σειρά προβολών έγιναν λαμβάνοντας υπόψη ότι διακόπτεται κάθε πολιτική και μέσο περιορισμού των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και είναι γνωστοί ως «IS92a-e». Τα σενάρια αυτά είναι βασισμένα σε μία κλίμακα υποθέσεων σχετικά με το μέλλον της αύξησης του παγκόσμιου πληθυσμού, την οικονομική ανάπτυξη, την διαθεσιμότητα πόρων και τις τεχνολογικές αλλαγές.
Τα σενάρια εκπομπών, καθοδηγούν μοντέλα ανόδου της στάθμης της θάλασσας τα οποία συνυπολογίζουν ταυτόχρονα την θερμική άνοδο της θάλασσας και την σμίκρυνση των παγετώνων των βουνών στην ξηρά. Οι εκτιμήσεις υποδηλώνουν ότι κατά τον επόμενο αιώνα η άνοδος της θερμοκρασίας θα συμβάλει σε μία άνοδο της στάθμης της θάλασσας κατά 60% ενώ το υπόλοιπο 40% θα προκύψει από το λιώσιμο των πάγων (Stuart R. Gaffin 1997).
Ένα σημαντικό σημείο το οποίο πρέπει να σχολιάσουμε είναι ότι οι εκτιμήσεις του σεναρίου IS92a αντιπροσωπεύουν μια μελλοντική άνοδο της στάθμης της θάλασσας η οποία είναι δύο με πέντε φορές περισσότερο από αυτό που έχει πραγματοποιηθεί τον προηγούμενο αιώνα. Έτσι ο ρυθμός της απώλειας εδάφους και η αύξηση των καταστροφών από κακοκαιρίες πλησίον των ακτών που έχουν πραγματοποιηθεί κατά το παρελθόν δεν θα είναι ένας ικανός οδηγός για τις απώλειες που θα συμβούν στο μέλλον και τις απαραίτητες ενέργειες που θα απαιτηθούν.

Εξ’αιτίας του ποικιλόμορφου ανάγλυφου των ακτογραμμών, η άνοδος της στάθμης της θάλασσας θα διαφέρει από περιοχή σε περιοχή, λόγω των περίπλοκων τοπικών χαρακτηριστικών. Έτσι θα πρέπει να εξετάσουμε το φαινόμενο σε τοπικό φαινόμενο και να δούμε «τη σχετική άνοδο της στάθμης της θάλασσας» αντί της παγκόσμιας. Δηλαδή τις αλλαγές στη στάθμη της θάλασσας που παρατηρούνται σε τοπικό επίπεδο σε κάποια ακτογραμμή ανάλογα με την τοπογραφία της περιοχής και της αλλαγές στο ανάγλυφο της ξηράς. Για να μπορέσει κάποιος να υπολογίσει με ακρίβεια το ποσοστό της ανόδου να πρέπει να γνωρίζει τόσο την παγκόσμια όσο και τοπική τάση ανόδου της θάλασσας μαζί με άλλες πληροφορίες όπως τον τύπο των βράχων, τα ιζήματα της περιοχής, την ενέργεια των κυμάτων κ.α. (Stuart R. Gaffin (1997).
Παρόλο που η ανθρώπινη επίδραση στην στάθμη της θάλασσας εστιάζεται στην παγκόσμια άνοδο της θερμοκρασίας, υπάρχουν και άλλα σημεία στα οποία η ανθρώπινη δραστηριότητα, επηρεάζει ή διευκολύνει την άνοδο της στάθμης της θάλασσας, όπως η εξόρυξη ορυκτών, άμμου και η καταστροφή κοραλλιογενών υφάλων.

Γενικές Επιπτώσεις της Παγκόσμιας Ανόδου της Στάθμης της Θάλασσας

Υπάρχουν τρεις κύριοι τρόποι με τους οποίου η άνοδος της θαλάσσιας στάθμης θα επηρεάσει τις ακτές:
– Πλημμύρα
– Διάβρωση
– Παρείσδυση Αλμυρού ύδατος

Ένας ακόμη σημαντικός παράγοντας είναι η ταχύτητα ανόδου της θαλάσσιας στάθμης η οποία θα παίξει σημαντικό ρόλο στις επιπτώσεις που θα έχει, καθώς από αυτήν θα εξαρτηθεί η ταχύτητα αντίδρασης του φυσικού περιβάλλοντος μέσω της παγίδευσης ιζημάτων και δημιουργίας μιας νέας παράκτιας ζώνης βαθύτερα στην ακτή, παράλληλα με τις τεχνικές παρεμβάσεις του ανθρώπου.
Με τους σημερινούς ρυθμούς ανόδου και τις προβλέψεις που έχουν γίνει η άνοδος της στάθμης της θάλασσας θα είναι αρκετά γρήγορη, σε γεωλογικούς χρόνους, και θα έχει έντονο αντίκτυπο στην παράκτια ζώνη και γενικότερα το περιβάλλον.
Η παράκτια ζώνη θα γίνει πιο ευπαθής σε πλημμύρες για τέσσερις κυρίως λόγους οι οποίοι απορρέουν από την άνοδο της στάθμης της θάλασσας:

1) Ένα υψηλότερο επίπεδο της θάλασσας θα προσφέρει μια υψηλότερη βάση για τα μεγάλα κύματα που προκαλούν οι καταιγίδες. Πιο συγκεκριμένα ένα μέτρο ανόδου της στάθμης της θάλασσας θα επιτρέψει σε 15ετής καταιγίδες (Ο όρος 15ετής καταιγίδα αναφέρεται ως η καταιγίδα όπου τα συνήθη επίπεδα πλημμύρας της έχουν μια πιθανότητα 1/15 να ξεπεραστούν σε κάθε δεδομένη χρονιά) να πλημμυρήσουν περιοχές που σήμερα θα πλημμύριζαν μόνο με 100ετής καταιγίδες. (Kana et al. 1984)
2) Η διάβρωση των ακτών θα δημιουργούσε περιοχές και ιδιοκτησίες περισσότερο ευπαθής στα κύματα.
3) Υψηλότερα επίπεδα της θάλασσας (και επακόλουθη διάβρωση) θα αύξαναν τις πλημμύρες εξαιτίας των βροχών λόγω της μείωσης της ικανότητας των ακτών να διοχετεύουν το νερό της βροχής. (Titus et al. 1984).
4) Τέλος μια άνοδος της στάθμης της θάλασσας θα αύξανε την υπόγεια στάθμη των υδάτων.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να αναφέρουμε ότι ήδη πολλές ακτές είναι προστατευμένες με τοιχία και άλλες κατασκευές, και έτσι δεν θα απειληθούν άμεσα από πλημμύρες και διάβρωση. Βέβαια αυτές οι κατασκευές είναι σχεδιασμένες για το σημερινό επίπεδο της στάθμης της θάλασσας κι έτσι δεν γνωρίζουμε πως θα αντιδράσουν στην αυξανόμενη πίεση ή σε διάβρωση του εδάφους κάτω από την βάση τους.
Τέλος θα πρέπει να αναφέρουμε και την «εισβολή» του αλμυρού νερού βαθύτερα στην παράκτια ζώνη, σε ποτάμια και βάλτους, απειλώντας τους οργασμούς που κατοικούν εκεί, καθώς επίσης και τα αποθέματα γλυκού νερού (Gunter 1974).
Όλες οι προαναφερθείσες γεωφυσικές επιδράσεις θα έχουν κι ένα αντίκτυπο στην οικονομία, τόσο σε τοπικό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο μέσω του διεθνούς εμπορίου όπως θα δούμε παρακάτω.
Στη συνέχεια θα αναλύσουμε διάφορες μελέτες που έχουν γίνει για τις οικονομικές επιπτώσεις της ανόδου της στάθμης της θάλασσας αναφορικά με την αξία της γης που απειλείται από την άνοδο της στάθμης της θάλασσας αλλά και του κόστους προστασίας των ακτών ως πρώτο μέτρο αντιμετώπισης του φαινομένου.

1) Επιδράσεις στην ανθρώπινη υγεία και φυσικούς πόρους
· ¶μεση απειλή στην ανθρώπινη ζωή λόγω των πλημμύρων και των καταιγίδων.
· Απειλή στην παραγωγή τροφίμων συμπεριλαμβανομένης και της άρδευσης πόσιμου νερού καθώς επίσης και της εξαφάνισης ολόκληρων οικοσυστημάτων που ζουν ή τρέφονται σε κοραλλιογενείς υφάλους και άλλες περιοχές που θα καταστρέψει η άνοδος της στάθμης της θάλασσας και η μεταβολή της θερμοκρασίας.
· Μείωση του επιπέδου υγείας / ζωής ως αποτέλεσμα της μείωσης της ποιότητας του πόσιμου νερού.

2) Πιθανή εκτόπιση ευπαθών πληθυσμών
· Μετακίνηση πληθυσμών που κατοικούν σε πληγείσα παράκτια ζώνη με συνεκδοχικές πολιτικές, οικονομικές και πολιτιστικές πιέσεις τόσο στους πληθυσμούς που μετακινούνται όσο και σε αυτούς που τους υποδέχονται.

3) Επιπτώσεις στην υποδομή και την οικονομική λειτουργία
· · Μείωση στην γη και ιδιοκτησιακή αξία.
· Απειλή σε σημαντικές υποδομές όπως λιμάνια, παράκτια οδικά συστήματα
· Απειλή σε σημαντικές παράκτιες βιομηχανικές εγκαταστάσεις και υπηρεσίες όπως διυλιστήρια πετρελαίου και τουριστικές εγκαταστάσεις).
· Αλλαγή διαχείρισης των πόρων προκειμένου να ανταποκριθούμε στις επιπτώσεις της ανόδου της στάθμης της θάλασσας
· Αυξανόμενο κόστος προστασίας των ακτών που πιθανά δεν θα είναι οικονομικά ανεκτό από κάποιες αναπτυσσόμενες χώρες εκτός εάν δεχθούν εξωτερική βοήθεια (συνεκδοχικά αύξηση του εξωτερικού χρέους).
· Αυξανόμενο ασφαλιστικό κόστος
· Πολιτική αστάθεια και κοινωνική δυσφορία
· Απειλή σε συγκεκριμένες κουλτούρες και τρόπους ζωής (κυρίως σε νησιωτικά κράτη).

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ «ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΩΝ» ΣΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΑΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΣΤΑΘΜΗΣ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ ΚΑΙ ΤΑ «ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ».

Κάτι επίσης σημαντικό το οποίο αξίζει να αναφερθεί είναι η θεωρία των «εξωτερικοτήτων» και τα «δικαιώματα ιδιοκτησίας» (property rights). Οι εξωτερικότητες (externalities) υπάρχουν επειδή υπάρχει κάποιος του οποίου τα αποτελέσματα των πράξεων του έχουν επιρροή στο περιβάλλον ή στις πράξεις κάποιου άλλου. Δηλαδή κάποιος έχει όφελος για το οποίο δεν πληρώνει ή αντίστροφα επωμίζεται κάποιο κόστος για το οποίο δεν αποζημιώνεται. Βέβαια στην προκειμένη περίπτωση θα είναι δύσκολο να οριστούν οι μεν και οι δε προκειμένου να δοθούν αποζημιώσεις αλλά κι επειδή τα αποτελέσματα των πράξεων θα έχουν παγκόσμιο αντίκτυπο την άνοδο της στάθμης της θάλασσας, αλλά ένα παράδειγμα θα ήταν το διοξείδιο του άνθρακα που εκπέμπουν οι αναπτυγμένες χώρες (προκειμένου να διατηρήσουν υψηλή παραγωγή), ει βάρος των αναπτυσσομένων χωρών οι οποίες ως επί των πλείστων θα κλιθούν να καλύψουν μόνες τους (ή με εξωτερικό δανεισμό) το κόστος προστασίας από την άνοδο της στάθμης της θάλασσας λόγω της παγκόσμιας θέρμανσης. Ένα φαινόμενο στο οποίο έχουν συμβάλει στο ελάχιστο. Βέβαια υπάρχουν πολύ τρόποι απορρόφησης των «εξωτερικοτήτων», όπως οι πράσινοι φόροι κ.α. αλλά στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν θα έδιναν λύση στο πρόβλημα της ανόδου της στάθμης της θάλασσας καθώς ακόμη κι αν είχαμε άμεση διακοπή της θέρμανσης της ατμόσφαιρας από τις δραστηριότητες του ανθρώπου, οι ωκεανοί θα συνεχίσουν να διογκώνονται για πολλά χρόνια ακόμη. Θα μπορούσαν όμως να αποτελέσουν την οικονομική βάση στις αναπτυσσόμενες χώρες για την αντιμετώπιση του προβλήματος.

Τα «δικαιώματα ιδιοκτησίας» στην οικονομική θεωρία ορίζονται ως το δικαίωμα διαπραγμάτευσης αποζημίωσης για κάθε κόστος που υφίσταται κάποιος ή κέρδος που εξασφαλίζει κάποιος άλλος. Ένας τρόπος για να τεθούν οι σωστές αξίες θα ήταν να τεθούν δικαιώματα ιδιοκτησίας για κάθε «κατανοητό» περιουσιακό στοιχείο πλησίον των ακτών. Για παράδειγμα, εάν κάποιος έχει το δικαίωμα μιας ωραίας θέας προς την ακτή, θα μπορούσε να θέσει μια τιμή για τον καθένα που προσπαθεί να μειώσει αυτή την θέα με οποιονδήποτε τρόπο.
Τέτοια παραδείγματα έχουν ήδη εφαρμοστεί όπως το πρόγραμμα CAMPFIRE στην Ζιμπάμπουε, όπου δίνει στις τοπικές κοινότητες το δικαίωμα εκμετάλλευσης της άγριας ζωής (Lindberg and Enriquez 1994).
Στην θεωρία αυτή, η πλήρης κατανομή δικαιωμάτων ιδιοκτησίας θα έλυνε όλα τα προβλήματα που θα προκύψουν από τις «εξωτερικότητες». Είναι όμως δύσκολο να γίνει μια τέτοια κατανομή (R. David Simpson 1998). Ένα πρόβλημα για παράδειγμα θα ήταν ότι περισσότερα από ένα δικαιώματα ιδιοκτησίας θα μπορούσαν να ανήκουν στο ίδιο φυσικό περιουσιακό στοιχείο. Η οικονομική θεωρία των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας (Demsetz 1967, Barzel 1989) θεωρεί ότι τα δικαιώματα ιδιοκτησίας ιδρύονται όταν το όφελος του καθορισμού τους υπερβαίνει το κόστος της επιβολής τους.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τα φαινόμενο του θερμοκηπίου, είναι ο «παππούς» όλων των προβλημάτων που θα παρουσιαστούν στις κοινωνίες μας και στα δημόσια αγαθά, δεδομένου ότι οι εκπομπές αερίων θα επηρεάσουν το κλίμα σε παγκόσμιο επίπεδο στους επόμενους αιώνες. (William D. Nordhaus 1993).
Ένας σημαντικός στόχος της οικονομικής έρευνας είναι να εξετάσει πολιτικές οι οποίες θα βρουν την κατάλληλη ισορροπία οριακά, του κόστους της μείωσης της αλλαγής του κλίματος και του οφέλους της μείωσης των μελλοντικών ζημιών από τις κλιματικές αλλαγές.
Το όφελος από την μείωση των εκπομπών θα έρθει όταν λιγότερες εκπομπές θα μειώσουν τις μελλοντικές ζημιές από την αλλαγή του κλίματος. Για να το μεταφράσουμε αυτό σε συνάρτηση οριακού οφέλους, είναι απαραίτητο να ακολουθήσουμε τις εκπομπές αερίων μέσα από τις συγκεντρώσεις αερίων του θερμοκηπίου σε οικονομικές επιπτώσεις και να πάρουμε την παρούσα αξία των επιπτώσεων μιας εκπομπής μιας επιπρόσθετης μονάδας.

Βέβαια η τεχνολογία στο μέλλον θα μας παρέχει και άλλες λύσεις γεω-μηχανικής, όπου μέσω τεχνικών μέσων είτε θα γίνεται εκτροπή της θερμότητας προς το διάστημα είτε οι ωκεανοί εμπλουτισμένοι με σίδερο θα μπορούν να απορροφήσουν το διοξείδιο του άνθρακα της ατμόσφαιρας (National Academy of Sciences 1992). Όποια απόφαση ληφθεί τελικά, οι οικονομολόγοι δίνουν έμφαση στη σημασία της σχέσεως «κόστους – οφέλους» προκειμένου να δημιουργηθούν πολιτικές οι οποίες θα είναι βιώσιμες και αποτελεσματικές. Από οικονομικής άποψης, αποτελεσματικές πολιτικές είναι αυτές που το οριακό κόστος εξισορροπείται με το οριακό όφελος της μείωσης των εκπομπών αερίων. (William D. Nordhaus 1993)

Ένα σημαντικό σημείο που πρέπει να κρατήσουμε είναι ότι το μέγεθος των επιπτώσεων της ανόδου της στάθμης της θάλασσας και οι συνεπακόλουθες οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις θα εξαρτηθούν από το μέγεθος των κλιματικών αλλαγών. Οι επιπτώσεις πρέπει να αξιολογηθούν σε τοπικό επίπεδο και με μοντέλα που έχουν την ικανότητα να αφομοιώνουν τις αλλαγές στις κλιματικές αλλαγές και τους παράγοντες που τις επηρεάζουν, καθώς στις υπάρχουσες μελέτες υπάρχει αυξημένο το στοιχείο της αβεβαιότητας για το τι θα συμβεί πραγματικά. Παρολ’αυτά ακόμη κι αν σε μια δεδομένη περιοχή το επίπεδο κλιματικής αλλαγής είναι γνωστό με βεβαιότητα, οι επιπτώσεις που θα προκληθούν θα παραμένουν αβέβαιες, καθώς δεν γνωρίσουμε πολλά για τον τρόπο με τον οποίο τα ανθρώπινα και φυσικά συστήματα αντιδρούν αναφορικά με τις κλιματικές αλλαγές. (M. Common 2003).
Ειδικά για το φαινόμενο της ανόδου της στάθμης της θάλασσας ως απόρροια των κλιματικών αλλαγών, η απόφαση για την καταλληλότερη πρακτική αντιμετώπισης, μπορεί να πάρει αρκετά χρόνια πριν οριστικοποιηθεί. Μέχρι τότε είναι πιθανό να υπάρχουν καλύτερες προβλέψεις για την άνοδο της θάλασσας. Θα ήταν όμως σημαντικό να έχουν σχεδιαστεί οι πολιτικές εκείνες που θα επιτρέψουν άμεση αντίδραση σε περιπτώσεις επιδείνωσης της κατάστασης καθώς θα ωφελήσουν τόσο σε χρόνο όσο και σε χρήμα.

Παράλληλα θα πρέπει να εφαρμοστεί ένας συνδυασμός διαφόρων επιστημών προκειμένου να έχουμε τα βέλτιστα αποτελέσματα. Οι φυσικοί επιστήμονες πρέπει μέσα από σενάρια να καταλήξουν στις πιθανές και μη εξελίξεις του φαινομένου και τις επιπτώσεις του. Οι κοινωνικοί επιστήμονες πρέπει να αξιολογήσουν τα αποτελέσματα και να καθορίσουν τις πιο πρακτικές και βιώσιμες στρατηγικές που πρέπει να ακολουθηθούν. Τέλος στους πολιτικούς αρχηγούς πέφτει το βάρος της απόφασης για την εξισορρόπηση των μελλοντικών κινδύνων έναντι του κόστους για την αντιμετώπισης αυτών των κινδύνων.

Σχόλια