Προφητική ομιλία του προέδρου του ΤΕΕ κ. Γιάννη Αλαβάνου για τις πλημμύρες στην Αττική.

0
63
Γενικού Ενδιαφέροντος

Δελτίο τύπου εξέδωσε το Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος με αφορμή τις πλημμύρες που σημειώθηκαν σε διάφορα σημεία της Αττικής στις 7/11/2004. Είναι αξιοσημείωτο ότι τέτοιου είδους προβλήματα σχετικά με πλημμύρες που μπορούν να παρουσιαστούν στην Αττική τα μνημόνευσε σε ομιλία του ο πρόεδρος του ΤΕΕ κ. Γιάννης Αλαβάνος μόλις μια εβδομάδα πριν. Ας δούμε λοιπόν, τόσο το δελτίο τύπου, όσο και την ομιλία του κ. Αλαβάνου στα πλαίσια Ημερίδας του ΤΕΕ για την αντιπλημμυρική προστασία της Αττικής. ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ ΤΕΕ (8/11/2004)

Η αντιπλημμυρική προστασία της Αττικής

Με αφορμή της πλημμύρες που σημειώθηκαν τις προηγούμενες ώρες σε διάφορα σημεία της Αττικής, ο Πρόεδρος του ΤΕΕ Γιάννης Αλαβάνος προέβη στην ακόλουθη δήλωση:

«Μόλις μια εβδομάδα μετά την οργάνωση Ημερίδας για την αντιπλημμυρική προστασία της Αττικής από το ΤΕΕ, μια ισχυρή βροχόπτωση – όχι φαινόμενο ασύνηθες για την εποχή – δημιούργησε εκτεταμένα προβλήματα στην ευρύτερη περιοχή της πρωτεύουσας και ειδικά στις δυτικές συνοικίες, τον Πειραιά και την Ελευσίνα, επιβεβαιώνοντας τα συμπεράσματα, αλλά και τις προτάσεις του τεχνικού κόσμου.

Όπως τονίστηκε κατά την Ημερίδα, παρόλο που την προηγούμενη δεκαετία δαπανήθηκαν σημαντικά κονδύλια για την εκτέλεση μεγάλων και μικρών αντιπλημμυρικών έργων, δεν στάθηκε δυνατόν να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά το οξύτατο για την Αττική αυτό πρόβλημα. Και τούτο γιατί τα έργα έγιναν αποσπασματικά, με συνέπεια, είτε να μην επιλύσουν συνολικότερα το πρόβλημα μιας περιοχής, είτε να μεταθέσουν χωρικά το πρόβλημα (π.χ. αντιμετώπισαν επιμέρους προβλήματα σε ανάντη περιοχές, δημιουργώντας, σε αρκετές περιπτώσεις, προβλήματα σε κατάντη περιοχές όπου δεν έγιναν τα αναγκαία έργα).

Οι εκτεταμένες υλικές ζημιές, αλλά και οι δυσλειτουργίες που προκάλεσαν τα πλημμυρικά φαινόμενα και αυτή τη φορά, καθιστά την επιτακτικό πλέον ένα συνολικό σχεδιασμό των αντιπλημμυρικών έργων και επιβάλει την άμεση υλοποίηση του, με βάση ένα χρονοδιάγραμμα χρηματοδότησης και εκτέλεσης τους, αλλά και συντονισμού μεταξύ των διαφόρων φορέων της πολιτείας.

Είναι ανεπίτρεπτο η ελληνική πρωτεύουσα να βιώνει με μεγάλη συχνότητα πλέον, φαινόμενα πλημμύρων από συνήθεις βροχοπτώσεις και την ίδια στιγμή να προαναγγέλλεται περικοπή του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων.

Το ΤΕΕ καλεί, για μια ακόμη φορά, την πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΧΩΔΕ να συνεργαστεί με την Αυτοδιοίκηση, αλλά και την ΕΥΔΑΠ και τον τεχνικό κόσμο, ώστε να αντιμετωπιστεί το εμφανιζόμενο ως ενδημικό αυτό φαινόμενο›.

ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΤΕΕ κ.ΓΙΑΝΝΗ ΑΛΑΒΑΝΟΥ

ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΑΣ
ΗΜΕΡΙΔΑ ΑΝΤΙΠΛΗΜΜΥΡΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΑΤΤΙΚΗΣ

Αθήνα, 2 Νοεμβρίου 2004

Η σημερινή Ημερίδα πραγματοποιείται ανήμερα μιας θλιβερής επετείου αναφορικά με το πλημμυρικό πρόβλημα της Αττικής.
Σαν σήμερα, πριν 27 χρόνια – στις 2 Νοεμβρίου 1977 – η Αθήνα, ο Πειραιάς και κυρίως οι δυτικοί δήμοι της Αττικής, βίωναν μια από τις χειρότερες μεταπολεμικές πλημμύρες, στη διάρκεια της οποίας έχασαν τη ζωή τους 36 άνθρωποι.

Δεν ήταν η μόνη φονική πλημμύρα, είχαν προηγηθεί εκείνες του 1961 και του 1973 και ακολούθησαν εκείνες του 1994. Σε όλη τη διάρκεια των τελευταίων πενήντα χρόνων, οι πλημμύρες στην Αττική έχουν πάρει τη μορφή ενδημικού φαινομένου, με συχνές και ανυπολόγιστες ζημιές.

Πολύ νωρίς – από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 – το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας χαρακτήρισε την ελληνική πρωτεύουσα Ανοχύρωτη Πόλη, ως προς την αντιπλημμυρική της προστασία. Επισήμανε – με επιστημονικές εκθέσεις, πραγματογνωμοσύνες και αλλεπάλληλες Ημερίδες – την αναγκαιότητα ενός συνολικού στρατηγικού σχεδιασμού και ταυτόχρονα μιας συστηματικής υλοποίησης έργων, σε μια συστηματικά ελεγχόμενη επέκταση της πόλης.

Και αυτό γιατί:
· Από τη μια, τα αντιπλημμυρικά έργα είναι και δύσκολα και μεγάλου κόστους.
· Από την άλλη, η ανεξέλεγκτη επέκταση της πόλης – ως προς την επιφάνεια, αλλά και το ύψος – ακυρώνει τα αντιπλημμυρικά έργα που γίνονται.

Είναι χαρακτηριστικό ότι τα τελευταία δέκα χρόνια – και αφού καταγράφηκαν μερικές ακόμα καταστροφικές πλημμύρες στην Αττική – δαπανήθηκαν σημαντικές πιστώσεις (περίπου 725 εκατομμύρια ευρώ, από πόρους του ΥΠΕΧΩΔΕ) για αντιπλημμυρικά έργα. Όμως,το πλημμυρικό φαινόμενο εξακολουθεί να επαναλαμβάνεται με συχνότητα και πάντα προκαλώντας σημαντικές ζημιές και πολλές δυσλειτουργίες σ’ ολόκληρη την πόλη.

Οι πλημμύρες της περασμένης εβδομάδας στην ελληνική πρωτεύουσα, μετά από μια όχι ισχυρή νεροποντή, αποδεικνύει του λόγου το αληθές.
Θα επαναλάβω την άποψη που πριν μερικά χρόνια διατύπωσε ο καθηγητής ΕΜΠ της υδραυλικής, μελετητής του προβλήματος και σημερινός υφυπουργός ΠΕΧΩΔΕ, ο Θεμιστοκλής Ξανθόπουλος ότι ο θλιβερός απολογισμός σε ανθρώπινες ζωές τα τελευταία σαράντα χρόνια εξαιτίας πλημμυρών στη χώρα μας, είναι τραγικότερος απ’ τον αντίστοιχο των σεισμών.

Μόνο που, ενώ στη χώρα μας η απειλή των σεισμών αποτελεί πλέον γενική συνείδηση και η αντισεισμική πολιτική πάγιο στόχο, οι πλημμύρες και η αντιπλημμυρική προστασία, όπως βέβαια και άλλα καταστροφικά φαινόμενα, εξακολουθούν να απασχολούν περιστασιακά αρμόδιους και Κοινή Γνώμη. Από αυτή την άποψη θεωρώ ότι η σημερινή ημερίδα δεν αφορά μόνο την Αττική. Πολύ περισσότερο η διαδοχή των προβλημάτων και ο τρόπος αντιμετώπισης τους στην Αττική είναι η επιεικής μορφή, όχι σε μέγεθος συνεπειών αλλά σε παραλείψεις, του προβλήματος που παρουσιάζεται σε εκατοντάδες περιοχές της χώρας.

Να σημειωθεί ότι και σε παγκόσμια κλίμακα, οι πλημμύρες ξεπερνούν κατά πολύ σε ανθρώπινα θύματα και ζημιές τους σεισμούς.

Θα μου επιτρέψετε να σταθώ σε ορισμένα επιμέρους ζητήματα, που τεκμηριώνουν την άποψη ότι απαιτείται ένας συνολικός στρατηγικός σχεδιασμός και ένα σαφές χρονοδιάγραμμα χρηματοδότησης και εκτέλεσης αντιπλημμυρικών έργων, έτσι ώστε να απαλλάξουμε την ελληνική πρωτεύουσα από το χρόνιο αυτό μείζον πρόβλημα.
Η άποψη αυτή τεκμηριώνεται μέσα από τις πολύ καλές και θεματολογικά με πληρότητα κατανεμημένες εισηγήσεις που παρουσιάζονται στη σημερινή ημερίδα αλλά και από όσα έχουν διατυπώσει πολλοί συνάδελφοι (αρκετοί είναι παρόντες) σε κείμενα που κατέθεσαν στο ΤΕΕ τα τελευταία τριάντα χρόνια και τα οποία, υπό τη μορφή συγκεκριμένων προτάσεων, υποβλήθηκαν στα αρμόδια υπουργεία.

Κοινή διαπίστωση είναι ότι με τα αντιπλημμυρικά έργα που εκτελέστηκαν τα προηγούμενα χρόνια δεν κατορθώσαμε να αντιμετωπίσουμε κατά τρόπο αποτελεσματικό το πλημμυρικό πρόβλημα της πρωτεύουσας. Το μεταθέσαμε χωρικά, από τη μια στην άλλη περιοχή – στις περισσότερες περιπτώσεις – ή δίνοντας μια κάποια λύση σε ένα σημείο της Αττικής, δημιουργήσαμε προϋποθέσεις πλημμύρας σε άλλη. Τα πλημμυρικά προβλήματα, στην εποχή μας, οφείλονται στις ανθρώπινες παρεμβάσεις και τέτοιες, μεγάλης ή μικρής κλίμακας, είχαμε πολλές.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των πλέον πρόσφατων αντιπλημμυρικών έργων: αντιμετωπίσαμε ικανοποιητικά το ζήτημα της αντιπλημμυρικής προστασίας περιοχών και έργων στο Μοσχάτο, του Ρέντη, του Νέου Φαλήρου από τις υπερχειλίσεις του Κηφισού. Προστατεύσαμε τις Ολυμπιακές και άλλες παραλιακές εγκαταστάσεις στον Φαληρικό Όρμο. Αντιμετωπίσαμε τους κινδύνους πλημμυρών στην Αττική Οδό και το αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος».
Δεν λύσαμε – αν δεν οξύναμε και όλας – τα προβλήματα πλημμύρας π.χ. στις περιοχές εκατέρωθεν του ρέματος Ραφήνας ή πέριξ του αεροδρομίου . Όπως δεν έχουμε επιλύσει τα προβλήματα στην ευρύτερη παραλιακή ζώνη του Σαρωνικού (σε ορισμένες περιπτώσεις δημιουργήσαμε νέες προϋποθέσεις, για παράδειγμα με τα έργα κατασκευής του τραμ που δεν συνοδεύθηκαν από τα απαραίτητα και ανάλογα αντιπλημμυρικά έργα). Δεν αντιμετωπίσαμε – παρά τα έργα που έγιναν ανάντη της εθνικής οδού Αθηνών-Κορίνθου – το πλημμυρικό πρόβλημα στην Ελευσίνα. Η «Χαλυβουργική» μας το θυμίζει σε κάθε ισχυρή βροχόπτωση.

Στις εισηγήσεις αναφέρονται πολλά ανάλογα παραδείγματα. Αυτά αρκούν για να στηριχθεί η βασική σκέψη ότι:
Στο βαθμό που τα αντιπλημμυρικά έργα δεν σχεδιαστούν και υλοποιηθούν με βάση ένα στρατηγικό σχέδιο και σε χρόνο σχετικά σύντομο, θα εξακολουθήσουμε να γινόμαστε μάρτυρες καταστροφικών πλημμυρών, δίνοντας την αίσθηση στην Κοινή Γνώμη ότι τα έργα που εκτελούνται είναι αν όχι άχρηστα, προβληματικά.

Για παράδειγμα η λογική που πολλές φορές επικράτησε τα προηγούμενα χρόνια και ήθελε τα αντιπλημμυρικά έργα να ξεκινούν ανάντη των τελικών αποδεκτών – αντί του ορθού κατάντη – ακυρώνει στην πράξη την προστασία της πόλης και του πληθυσμού που επιδιώκουμε.
Είναι προφανές ότι πρέπει να αναθεωρήσουμε ουσιαστικά πλέον αυτή τη στάση μας.
Σε συνάρτηση με το αναγκαίο master plan για το σύνολο των αντιπλημμυρικών έργων υπάρχουν μερικά ακόμη ζητήματα, καθοριστικής σημασίας. Αποσπασματικά θα αναφερθώ σ’ αυτά, καθώς αναλύονται στις εισηγήσεις.
Μια σειρά από αντιπλημμυρικά έργα που κατασκευάστηκαν στην πρωτεύουσα πριν από 25-30 χρόνια, στην πράξη έχουν σήμερα ακυρωθεί ή έχουν περιορισμένη ικανότητα αντιμετώπισης του προβλήματος. Και αυτό γιατί, ενώ μελετήθηκαν και κατασκευάστηκαν για παροχές πεντηκονταετίας – άρα με επάρκεια – η αλόγιστη επέκταση της πόλης κατέστησε τα έργα αυτά ανεπαρκή, ακόμη και για παροχές εικοσαετίας.
Οφείλουμε να επισημάνουμε και να συνειδητοποιήσουμε ότι έως πρότινος τα αντιπλημμυρικά έργα στην Αττική γίνονταν με μελέτες-προβλέψεις και φυσικά τεχνικές προδιαγραφές της περιόδου 1960-1980.
Ακόμη δυσμενέστερη είναι η εικόνα που παρουσιάζουν τα έργα που κατασκευάστηκαν την περίοδο 1950-1960, καθώς οι μελέτες τους βασίστηκαν σε στατιστικά και άλλα δεδομένα της δεκαετίας του ’30.
Το υπάρχον δίκτυο αντιπλημμυρικών έργων χρειάζεται να αναβαθμιστεί ή να συνδυαστεί με νέα έργα, έτσι ώστε να ανταποκρίνεται στις σημερινές απαιτήσεις της ελληνικής πρωτεύουσας.
Όμως, αυτή η αναβάθμιση και φυσικά όλα τα νέα έργα, πρέπει να υπόκεινται πλέον σε ένα σύγχρονο και αξιόπιστο σύστημα μέτρησης βροχών, παροχών υδατορεμμάτων, έγκυρων υδρολογικών, γεωλογικών, εδαφοτεχνικών, σεισμολογικών, χαρτογραφικών στοιχείων. Η απουσία ενός επιστημονικά αποδεκτού συστήματος οδηγεί αναπόφευκτα σε λαθεμένες παραδοχές τους μελετητές.
Συνακόλουθο – κατά μια ευρύτερη θεώρηση – είναι και το πρόβλημα των ρευμάτων, που αλόγιστα έχουν μπαζωθεί – είτε με υποκατάστασή τους από κλειστούς αγωγούς, είτε όχι – έχουν οικοπεδοποιηθεί ή και έχουν μετατραπεί σε δρόμους.
Η εξαφάνιση, αντί της σαφούς οριοθέτησης, των ρευμάτων – που η φύση δημιούργησε σε διάστημα αιώνων και λειτούργησαν ως αντιπλημμυρικά έργα – είναι από τα μεγαλύτερα περιβαλλοντικά εγκλήματα που έχει συντελεστεί (και δυστυχώς συνεχίζεται) στην Αττική.

Παραγνωρίζοντας αυτό το μείζον πρόβλημα, κάποιοι διατείνονται ότι τα τελευταία χρόνια έχουμε συχνότερες και εντονότερες βροχοπτώσεις στην Αττική. ¶ποψη λανθασμένη. Τα στατιστικά δεδομένα αποδεικνύουν ότι οι βροχές, σε συχνότητα και ποσότητα, δεν διαφέρουν ουσιαστικά από αυτές που έπεφταν πάντα στην περιοχή της πρωτεύουσας. Απλώς σήμερα δεν διαθέτουμε τα ρεύματα για να παροχευτευτεί η ποσότητα των νερών και να οδηγηθεί με φυσική ταχύτητα προς τους τελικούς αποδέκτες. Αντιθέτως, έχουμε τσιμεντοστρωμένες ή ασφαλτοστρωμένες επιφάνειες, με συνέπεια να επιταχύνεται η απορροή από τις ανάντη προς τις κατάντη περιοχές και να παρατηρούνται με μεγαλύτερη συχνότητα τα πλημμυρικά φαινόμενα.
Συχνότητα που επιτείνεται και από το γεγονός της ραγδαίας επέκτασης της αστικοποίησης της Αττικής, δίχως μελέτη και δίχως κατασκευή των βασικών έργων υποδομής, κυρίως των αντιπλημμυρικών έργων. Ο δραστικός περιορισμός των ελεύθερων χώρων επιδρά ιδιαίτερα στα μεγέθη των πλημμυρών. Ο χρόνος συρροής σε μια αστική λεκάνη είναι μικρότερος όταν αυτή είναι πυκνά δομημένη, οδηγώντας τακτικότερα σε υψηλότερες αιχμές. Είναι ενδεικτικό ότι η μέση τιμή του συντελεστή απορροής κυμαίνεται μεταξύ 0,25 και 0,30 για εξωαστικές λεκάνες και από 0,90 έως 0,95 για πυκνά δομημένες αστικές λεκάνες. Δηλαδή, τριπλάσια.
Δεν θα πρέπει να προβλέπεται επέκταση των σχεδίων πόλης χωρίς προηγούμενα να έχουν μελετηθεί και ενταχθεί στο συνεχώς επικαιροποιούμενο συνολικό σχέδιο τα αντιπλημμυρικά έργα.
Ενα ζήτημα που για έχει μεγάλη σημασία, και που δεν το συναντάμε μόνο στα θέματα αντιπλημμυρικής πολιτικής: πρόκειται για το πρόβλημα της διοικητικής σύγχυσης που επικρατεί στον τομέα των αντιπλημμυρικών έργων, αλλά και στη λειτουργία και τη συντήρηση των δικτύων.
ΥΠΕΧΩΔΕ, ΕΥΔΑΠ, Περιφερειακή και Τοπική Αυτοδιοίκηση, έχουν αρμοδιότητες σε σχέση με τη μελέτη και την κατασκευή αντιπλημμυρικών έργων, αλλά παρά τις όποιες προσπάθειες έγιναν τα προηγούμενα χρόνια για σαφή διαχωρισμό των αρμοδιοτήτων, η κατάσταση δεν έχει διαφοροποιηθεί στην πράξη σημαντικά σε σχέση με το απώτερο παρελθόν. Κάτι που ουσιαστικά συνομολογήθηκε στις πρόσφατες ανακοινώσεις του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ.

Μελετώντας κανείς το θέμα της αντιπλημμυρικής προστασίας, στη σημερινή του διάσταση, αλλά και στην ιστορική του εξέλιξη, διασταυρώνεται με συνολικότερες θεωρήσεις και προβληματισμούς του ΤΕΕ.
Στην μεταολυμπιακή εποχή έργα στην Αθήνα ή στην περιφέρεια; Τα έργα (πχ συγκοινωνιακά, που τα περισσότερα τέμνουν κάθετα τις μισγάγγειες) που έγιναν επιβάλουν να γίνουν άλλα (αντιπλημμυρικά) έργα. Στην ίδια την Αττική οι πιο υποβαθμισμένες περιοχές παραμένουν οι βυθισμένες περιοχές: Βοτανικός, Κεραμεικός, Πλ. Βάθης, Πλ. Αττικής. Είμαστε μάρτυρες το τελευταίο διάστημα των συνεχών διαμαρτυριών των κατοίκων της Ανατολικής Αττικής, όπου η πρώτη σχετική μελέτη έγινε μόλις το 1990, αλλά που τα έργα που έγιναν άλλαξαν τελείως το τοπίο.
Αν τα έργα τώρα γεννούν έργα, πριν τα γεννούσαν οι καταστροφές. Στην επιλογή των αντιπλημμυρικών έργων έχουμε έναν επαναλαμβανόμενο κύκλο: καταστροφή, λαϊκή αγανάκτηση, λαϊκά δικαστήρια με εισαγγελείς τα μέσα ενημέρωσης, κυνήγι μαγισσών με διώξεις χωρίς επιστημονική βάση, ακόμα και αλλαγή του ποινικού δίκαιου γιατί αυτό είναι εξόχως λαϊκιστικό και καθόλου δαπανηρό αλλά ούτε βέβαια και δίκαιο, πολιτικές αποφάσεις που δεν στηρίζονται στη νηφαλιότητα που απαιτεί η επιστημονική προσέγγιση.
Τι γίνεται με τη χρηματοδότηση των έργων; Δεν αρκεί να ιεραρχήσουμε τις παρεμβάσεις μας μόνο στα αντιπλημμυρικά έργα. Αυτά συνδέονται με πολεοδομικές παρεμβάσεις (αυθαίρετα, αναπλάσεις παραλιακής ζώνης, ραγδαία οικιστική ανάπτυξη, τουριστικές εκμεταλλεύσεις, χωρίς μελέτη κατασκευή τοπικών δικτύων), με οικολογικές και περιβαλλοντικές δράσεις (ανεξέλεγκτες και ραγδαίες μεταβολές των χρήσεων γης, των δασικών εκτάσεων, της γεωργικής γης, των ακτών, μεταφορά ρύπων που επηρεάζουν ακόμα και τη δομική κατάσταση των αγωγών), με τα έργα οδοποιίας (βασικός επισπεύδων παράγοντας για μεγάλης κλίμακας αντιπλημμυρικά έργα). Αρα έχουμε ανάγκη ένα συνολικό σχεδιασμό με πρόβλεψη για πόρους και την χρονική κατανομή τους, που πρέπει να γίνεται με ουσιαστικό διάλογο, όχι πια αποσπασματικά και όχι μόνο στα γραφεία των υπηρεσιακών παραγόντων.

Και βεβαίως σε μια τέτοια συζήτηση για πόρους θα τεθούν όλοι οι δυνατοί τρόποι που δεν εναντιώνονται στο δημόσιο συμφέρον. Ας μην μας διαφεύγει πως μια σειρά αναγκαίων μελετών πάγωσαν σαν συνέπεια της μετοχοποίησης της ΕΥΔΑΠ.
Δείγματα υποβάθμισης της ανάγκης και σημασίας των μελετών θα ακουστούν πολλά σήμερα. Όμως στη σημερινή μας Ημερίδα ευτυχούμε να έχουμε εισηγητές πολλούς από τους καλύτερους μελετητές και κατασκευαστές αντιπλημμυρικών έργων στη χώρα μας. Ανθρώπους με μακρά δημιουργική ενασχόληση και εμπειρία, υπερήφανους για τη δουλειά τους. Ας θεωρήσουμε ότι η σημερινή ημερίδα εντάσσεται στην εκστρατεία για την ανάδειξη του έργου των ελλήνων μελετητών και κατασκευαστών. Αναγκαία προϋπόθεση για μια διαδοχή με ευρύτητα αντιλήψεων και πνεύματος.
Υπάρχει και άλλη καλή συγκυρία: στην πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΧΩΔΕ βρίσκεται – μεταξύ άλλων – ένας κατεξοχήν ειδικός στα θέματα που συζητάμε εδώ σήμερα: εξαιρετικός επιστήμων-μελετητής στα αντιπλημμυρικά έργα
Είναι εύλογο, λοιπόν, να περιμένει κανείς, εφόσον απευθύνεται σε ανθρώπους με μεγάλη γνώση (όσον αφορά την πολιτική ηγεσία), την καλύτερη δυνατή αξιοποίηση των προτάσεων που θα γίνουν στη διάρκεια αυτής της Ημερίδας

Σχόλια