Θαλάσσια ρύπανση και ποινικές κυρώσεις

0
271
Ναυτιλία και περιβάλλον

Ήταν θέμα χρόνου για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή μετά τη δημοσίευση των μελετών εναέριας και δορυφορικής καταγραφής και ανάλυσης εκατοντάδων πετρελαιοκηλίδων σε διάφορες θαλάσσιες περιφέρειες της Ευρώπης να προχωρήσει στη διερεύνηση νέων, δραστικών μέτρων για την πρόληψη της ρύπανσης από τις θαλάσσιες μεταφορές.Η υιοθέτηση κυρώσεων συμπεριλαμβανομένων των ποινικών φαίνεται να εμφανίζεται ως το κατάλληλο μέτρο σε κοινοτική κλίμακα για τη δίωξη των υπαιτίων σκόπιμης ρύπανσης και την ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος των υπαρχόντων εθνικών κανόνων.

Όσοι έχουν διατρέξει τη μελέτη «Illicit Vessel Discharges» του Joint Research Center της Ευρ. Επιτροπής και πίστευαν ότι εκτός από μεμονωμένα παραδείγματα ναυτιλιακών εταιριών και ενώσεις πλοιοκτητών, υπάρχει καθολική πρόοδος στην περιβαλλοντική λειτουργία των πλοίων, θα έμειναν έκπληκτοι από το μέγεθος και την γεωγραφική έκταση των παράνομων απορρίψεων σε περιοχές που κατ” ευφημισμό ονομάζονται Ειδικές Περιοχές. Η ανάλυση εικόνων SAR της λεκάνης της Μεσογείου το 1999 από τους δορυφόρους ERS 1 και 2 με χρήση των βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών αποκάλυψε περισσότερες από 1.500 πετρελαιοκηλίδες ποικίλης γεωμετρίας, έκτασης και άλλων χαρακτηριστικών ανάλογων προφανώς του τύπου των υδρογονανθράκων, του χρόνου παραμονής τους στο νερό, της προέλευσης και του ρυθμού απόρριψης από τα διερχόμενα πλοία. Αν λάβει κανείς υπόψη ότι στη θεσμοθετημένη αυτή ως Ειδική Περιοχή, σύμφωνα με τους σχετικούς κανονισμούς της Διεθνούς Σύμβασης MΑRPOL 73/78, δεν επιτρέπονται απορρίψεις από τους χώρους φορτίου των tankers, παρά μόνο απορρίψεις μιγμάτων πετρελαίου νερού από τους χώρους υδροσυλλεκτών του μηχανοστασίου των πλοίων (με την προυπόθεση βέβαια η συγκέντρωση του απορριπτόμενου μίγματος σε πετρέλαιο να μην είναι μεγαλύτερη από 15 ppm που πρακτικά η απόρριψη αυτή δεν προκαλεί ούτε ιριδισμό του επιφανειακού νερού), τότε εύκολα καταλαβαίνει κανείς πως οι κηλίδες που εντοπίστηκαν αποτελούν παράνομες απορρίψεις είτε αυτές έγιναν εντός των χωρικών υδάτων ή υδάτων δικαιοδοσίας των κρατών της Μεσογείου ή εντός διεθνών υδάτων.

H επιστημονική ομάδα του JRC στην οποία υπήρξε και ελληνική συμμετοχή, επιχείρησε μεταξύ άλλων να ποσοτικοποιήσει τις κηλίδες καταλήγοντας σε μια συνολική ρύπανση της τάξης αρκετών χιλιάδων τόνων πολύ μεγαλύτερη από αυτήν που είχαν προκαλέσει ατυχήματα και επακόλουθες ρυπάνσεις δεξαμενοπλοίων μεταφοράς αργού πετρελαίου και προϊόντων στο χρονικό διάστημα των δέκα τελευταίων ετών. Ανάλογες μελέτες και καταγραφές που έγιναν σε δύο ακόμη Ειδικές Περιοχές, τη Βόρειο και Βαλτική Θάλασσα το 2001, οδήγησαν σε παρόμοιες αποκαλύψεις επιβεβαιώνοντας την απαράδεκτη πρακτική των πλοίων να απορρίπτουν παράνομα στη θάλασσα, χωρίς να καταφεύγουν είτε στη λειτουργία των διαθέσιμων επί πλοίου συστημάτων διαχωρισμού μιγμάτων πετρελαίου νερού, στη προσωρινή συγκέντρωση σε ειδικές δεξαμενές ή τελικά στη χρήση των Ευκολιών Υποδοχής Ξηράς (Shore Reception Facilities), όπου βέβαια υπάρχουν και λειτουργούν αυτές. Οι παράνομες απορρίψεις των πλοίων δεν έχουν να κάνουν μόνο με την έλλειψη των παραπάνω Ευκολιών και την πλημμελή εφαρμογή των κανονισμών της MARPOL, αλλά επίσης με την αδυναμία του έγκαιρου εντοπισμού τους και τη δυσκολία αν ακόμα εντοπιστούν, να μην υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για την καταδίκη των υπαιτίων.

Ωστόσο φαίνεται ότι τα πρόσφατα ατυχήματα του Erika το Δεκέμβριο του 1999 και του Prestige το Νοέμβριο του 2003, αποτέλεσαν την αφορμή για την Ευρ. Επιτροπή μετά από την τοπική κοινωνική αναταραχή για τις αιτίες, το μηχανισμό καταπολέμησης αλλά και το υφιστάμενο καθεστώς αποζημιώσεων όσων έχουν πληγεί, να προχωρήσει στην επεξεργασία και κατάθεση πρότασης με στόχο την αποτελεσματική τιμωρία των υπευθύνων. Στη Σύνοδο Κορυφής στην Κοπεγχάγη το Δεκέμβριο του 2003, οι αρχηγοί των κρατών μελών της Ε.Ε. ζήτησαν τη λήψη ειδικών μέτρων για τα αδικήματα ρύπανσης από πλοία, με την Ευρ. Επιτροπή να αντιδρά άμεσα για την κάλυψη ορισμένων σοβαρών κανονιστικού χαρακτήρα κενών που αφορούν τις εκούσιες και τυχαίες ρυπάνσεις της θάλασσας. Η θέσπιση ενός μέτρου ποινικού χαρακτήρα θα χρησιμεύσει για την επιβολή σε ολόκληρη την κοινότητα αποτρεπτικών κυρώσεων έναντι εκείνων που εμπλέκονται σε παράνομες απορρίψεις. Το τι θεωρείται παράνομη απόρριψη ορίζεται με σαφήνεια στους κανονισμούς της ΜARPOL, ιδιαίτερα στα Παραρτήματα Ι και ΙΙ (πετρελαιοειδή και υγρές χημικές ενώσεις που μεταφέρονται χύδην). Η Επιτροπή στην πρότασή της θεωρεί ότι μόνο εφόσον οι παράνομες απορρίψεις θεωρηθούν ποινικό αδίκημα είναι δυνατόν να υπάρχει αποτρεπτική ισχύς στέλνοντας έτσι ένα μήνυμα στους επίδοξους παραβάτες.

Η λήψη ποινικών μέτρων παρουσιάζει ενδιαφέρον και για τις ρυπάνσεις εκείνες που προκαλούνται από αιφνίδια ατυχήματα για τις οποίες είναι γνωστό πως υπάρχει ένας μοναδικός, παγκόσμιος μηχανισμός περιορισμού αστικής ευθύνης του υπαιτίου και αποζημίωσης των πληγέντων. Ο μηχανισμός αυτός δοκιμάστηκε στα δύο ατυχήματα των Erika και Prestige αναγκάζοντας τόσο τη διεθνή ναυτιλιακή κοινότητα αλλά και την ευρωπαϊκή κοινότητα στην ανύψωση των ορίων αποζημίωσης. Οι διεθνείς Συμβάσεις CLC και FUND 1992 (περί Αστικής Ευθύνης για τη Ρύπανση από Πετρέλαιο και περί σύστασης Ταμείου Αποζημίωσης όπως τροποποιήθηκαν με τα Πρωτόκολλα του 1992) ελέγχουν ένα σύστημα ευθύνης των πλοιοκτητών σε δύο βαθμίδες (tiers) με τη δεύτερη να παρέχει συμπληρωματική αποζημίωση σε κάθε περίπτωση που οι πόροι που διαθέτει η πρώτη βαθμίδα μέσω των P & I Clubs δεν επαρκεί.

Για πρώτη φορά ανακύπτει με την πρόταση της Ευρ. Επιτροπής, ότι το διεθνές καθεστώς για την πετρελαϊκή ρύπανση επικεντρώνεται στον περιορισμό της οικονομικής ευθύνης των υπαιτίων διαθέτοντας έτσι μικρή αποτρεπτική ισχύ ώστε να αποθαρρύνει εκείνους που εμπλέκονται σε περιστατικά ρυπάνσεων της θάλασσας από φορτία πετρελαίου. Το καθεστώς αυτό δεν μπορεί να αλλάξει αν δεν κινηθεί ο μηχανισμός του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού προς αυτήν την κατεύθυνση. Η Επιτροπή πάντως έχει διατυπώσει την ανάγκη των δύο παρακάτω τροποποιήσεων:

– Να καταστεί απεριόριστη η ευθύνη του πλοιοκτήτη εφόσον αποδειχθεί ότι η ζημιά που προκλήθηκε από τη ρύπανση οφειλόταν σε δική του σοβαρή αμέλεια και

– Να αρθεί από τις σχετικές συμβάσεις η απαγόρευση αξιώσεων αποζημίωσης για βλάβες λόγω ρύπανσης κατά του ναυλωτή, του διαχειριστή του πλοίου και του φορέα εκμετάλευσής του. Καταλαβαίνει κανείς πως ο κύκλος των πιθανών υπευθύνων έτσι διευρύνεται και ανοίγει προς όλες τις κατευθύνσεις εκείνες που επηρεάζουν την ασφαλή και περιβαλλοντικά αποδεκτή λειτουργία ενός πλοίου.

Η προτεινόμενη από την Ευρ. Επιτροπή Οδηγία έχει πεδίο εφαρμογής όχι μόνο τα ύδατα στα οποία έχει κυριαρχικά δικαιώματα ένα κράτος μέλος (εσωτερικά, χωρικά, κ.α.) αλλά και την ανοικτή θάλασσα συμπεριλαμβανομένων και των στενών διεθνούς ναυσιπλοίας και εφαρμόζεται σε παράνομες απορρίψεις οποιουδήποτε πλοίου ανεξαρτήτως σημαίας με εξαίρεση τα πολεμικά πλοία ή σκάφη κρατικής ιδιοκτησίας τα οποία δε χρησιμοποιούνται για εμπορικούς σκοπούς (ανεξάρτητα αν το πλοίο καταπλέει σε υπεράκτια εγκατάσταση ή εμπορικό λιμένα της χώρας ή διέρχεται απλώς από τα ύδατα της χώρας). Τα κράτη μέλη μεριμνούν στην ουσία ώστε η εντοπιζόμενη απρόρριψη ρυπογόνων ουσιών και η συμμετοχή σε αυτήν να θεωρείται ποινικό αδίκημα εφόσον διαπράττεται εκ προθέσεως ή οφείλεται σε βαριά αμέλεια. Οι κυρώσεις που προβλέπονται είναι εκτός από διοικητικές (πρόστιμο, κατάσχεση προσόδων που προήλθαν από τα διαπραχθέντα αδικήματα) και ποινικές για τα φυσικά πρόσωπα συμπεριλαμβανομένης της στέρησης ελευθερίας στις σοβαρότερες των περιπτώσεων.

Σχόλια