Καύσιμα ναυτιλίας και περιβάλλον

0
5091
Ναυτιλία και περιβάλλον

Οι κινητήρες diesel μετά από μακροχρόνια έρευνα κατέληξαν να αποτελούν σήμερα το σημαντικότερο μέσο πρόωσης των εμπορικών πλοίων συνδυάζοντας μεταξύ άλλων σχετικά υψηλό βαθμό απόδοσης, δυνατότητα λειτουργίας με βαριά καύσιμα (fuel oils) και μικρές ταχύτητες περιστροφής για απ’ευθείας κίνησης της έλικας. Με δεδομένο ότι η κατανάλωση καυσίμων στις κύριες και βοηθητικές μηχανές αποτελούν περίπου το 30-40% του κόστους λειτουργίας ενός σύγχρονου πλοίου, έχουν καταβληθεί σημαντικές προσπάθειες για τον περιορισμό του κόστους αυτού μέσω της βελτιστοποίησης της γεωμετρίας της γάστρας και της υπερκατασκευής με στόχο τη μειωμένη αντίσταση πρόωσης, τη συνεργασία σκάφους-έλικας, τη διατήρηση καθαρών υφάλων με χρήση εξειδικευμένων, συμπολυμερών χρωμάτων, τη βελτίωση των μηχανών πρόωσης με μείωση της ειδικής κατανάλωσης καυσίμου, κ.α.

Τα καύσιμα ναυτιλίας (marine fuel oils) ακόμα και σήμερα βασίζονται στα υπολείμματα απόσταξης του αργού πετρελαίου, τα οποία έχουν τη χαμηλότερη τιμή πώλησης και παρουσιάζουν φθίνουσα ζήτηση με την πάροδο του χρόνου με τις προδιαγραφές της αγοράς να θέτουν περιορισμούς κυρίως στο ιξώδες και την περιεκτικότητα σε θείο. Η τελευταία εξαρτάται από το είδος του αργού πετρελαίου από το οποίο προήλθε καθιστώντας το θείο ανεπιθύμητο συστατικό επειδή κατά την καύση του μετατρέπεται σε διοξείδιο του θείου που είναι όξινο και διαβρωτικό. Στην περίπτωση που σχηματιστεί τριοξείδιο του θείου, τότε είναι δυνατό με τους υδρατμούς των καυσαερίων να δημιουργηθεί θειικό οξύ που προκαλεί με τη σειρά του φαινόμενα διάβρωσης ενώ μειώνει το βαθμό απόδοσης της εγκατάστασης.

Με την κοινοτική Οδηγία 32 του 1999 υιοθετήθηκαν περιορισμοί στα όρια περιεκτικότητας του θείου στο ντήζελ ναυτιλίας (marine gas oil), καύσιμα που προορίζεται για ναυτική χρήση και πληρούν συγκεκριμένες προδιαγραφές σχετικά με το ιξώδες ή την πυκνότητα. Τα κράτη μέλη υποχρεώθηκαν στη λήψη μέτρων για να διασφαλίσουν ότι εντός της επικράτειάς τους δε θα χρησιμοποιείται ντήζελ ναυτιλίας από την 1η Ιουλίου 2000 με περιεκτικότητα σε θείο μεγαλύτερη από 0.2% κατά βάρος, και από την 1η Ιανουαρίου 2008 με περιεκτικότητα σε θείο μεγαλύτερη από 0.1% κατά βάρος. Στις χώρες που έχουν παρασχεθεί παρεκκλίσεις για να χρησιμοποιούν ντήζελ ναυτιλίας περιεκτικότητας σε θείο άνω των παραπάνω ορίων, συγκαταλέγεται και η Ελλάδα.

Η προμήθεια καυσίμων από τη ναυτιλία και η επιθυμητή τους ποιότητα συμπυκνώνεται στο πρότυπο ISO 8217, το οποίο παρέχει προδιαγραφές τόσο για τη σειρά των ενδιάμεσων, υπολειμματικών καυσίμων (IFO series) όσο και για τα καύσιμα προϊόντα διύλισης αργού πετρελαίου (distillate marine fuels).

Για το μη κοινοτικό στόλο, για τα πλοία δηλαδή σημαίας κράτους μη μέλους της Ε.Ε. αλλά και για αυτά που δεν καταπλέουν σε κοινοτικούς λιμένες, οι όροι ποιότητας των καυσίμων προέρχονται από τη Δ.Σ. SOLAS 74/78 και το Παράρτημα VI της Δ.Σ. ΜΑRPOL 73/78. Ο Κανονισμός 15/ Kεφ. II-2 της Δ.Σ. SOLAS 74/78, απαγορεύει τη χρήση καυσίμου πετρελαίου με σημείο ανάφλεξης κάτω των 600C εκτός από την περίπτωση των γεννητριών έκτακτης ανάγκης και των μηχανών των σωστικών λεμβών όπου μπορεί να χρησιμοποιηθεί καύσιμο πετρέλαιο με σημείο ανάφλεξης όχι μικρότερο των 430C. Κατ” εξαίρεση η Αρχή της σημαίας του πλοίου, μπορεί να δεχθεί τη χρήση καυσίμων με σημείο ανάφλεξης μέχρι 430C, με την προϋπόθεση ότι η θερμοκρασία του περιβάλλοντος χώρου των δεξαμενών αποθήκευσης δεν ανέρχεται σε επίπεδο 100C κάτω από το σημείο ανάφλεξης του καυσίμου.

Το Παράρτημα VI όμως της MARPOL 73/78, το οποίο κυρώθηκε από τη χώρα μας με το Νόμο 3104/2003, ρυθμίζει και ελέγχει την εκπομπή ατμοσφαιρικών εκπομπών από τα πλοία χωρίς όμως να έχει τεθεί σε ισχύ καθώς απαιτείται, 15 χώρες με αντιπροσωπευτικό tonnage, μεγαλύτερο από 50% να το κυρώσουν ώστε να ισχύσει ένα χρόνο αργότερα. Οι εκπομπές που ελέγχονται από τους Κανονισμούς αυτούς είναι οι εξής:

Ναυτιλία και περιβάλλον

Οι εκπομπές οξειδίων του θείου στην ατμόσφαιρα συνδέονται άμεσα με την περιεκτικότητα θείου στα καύσιμα ναυτιλίας που χρησιμοποιούνται στις κύριες και βοηθητικές μηχανές των πλοίων. Σύμφωνα με το Παράρτημα VI της Δ.Σ. MARPOL 73/78 το περιεχόμενο σε θείο οποιουδήποτε καυσίμου πετρελαίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 4.5 % κατά βάρος. Ο μέσος όρος περιεχομένου θείου σε υπολειμματικά καύσιμα τα οποία παραδίδονται για χρήση στα πλοία θα πρέπει να παρακολουθούνται λαμβάνοντας υπόψη τις Οδηγίες του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού. Η περιεκτικότητα θείου στα καύσιμα στις Ειδικές Περιοχές Ελέγχου (SOx Control Areas) δεν πρέπει να υπερβαίνει το 1.5% κατά βάρος, ενώ εναλλακτικά τα πλοία που διέρχονται μέσα από αυτές τις περιοχές, μπορούν να έχουν εγκαταστήσει ένα σύστημα καθαρισμού καυσαερίων, εγκεκριμένο από την Αρχή της σημαίας του πλοίου, ικανό να μειώσει τις ολικές εκπομπές οξειδίων του θείου από τα πλοία συμπεριλαμβανομένων των κύριων και βοηθητικών μηχανών πρόωσης σε 6.0 gr SOx./Kw h ή λιγότερο.

Η Ευρωπαική ένωση από το 2002 μελετά μέσω της αναθεώρησης της Οδηγίας 1999/32/ΕΚ τη δημιουργία ορίων περιεκτικότητας σε θείο και στα λεγόμενα βαριά καύσιμα πετρέλαια ναυτιλίας (heavy marine fuel oils), υποσκελίζοντας τους έως τώρα διεθνείς Κανονισμούς του ΙΜΟ. Η σχετική πρόταση αναμένει τα αποτελέσματα ερευνητικών προγραμμάτων που εκτελούνται στο πλαίσιο χρηματοδοτούμενων προγραμμάτων (LIFE , 6o Πρόγραμμα Πλαίσιο) αλλά και άλλων ανεξάρτητων δραστηριοτήτων. Στο μεταξύ θεσμοθετούνται εθελοντικές πρωτοβουλίες που προάγουν την πράσινη ναυτιλία ή αλλιώς τη ναυτιλία μικρών εκπομπών (Clean Marine Awards) και εξετάζεται η δημιουργία κινήτρων μέσω της εφαρμογής, επιδοκιμαστικής τιμολογιακής πολιτικής στα λιμάνια παράλληλα με την υιοθέτηση γεωγραφικών περιορισμών στη ναυσιπλοία (NERA Aναφορά).

Σχόλια